Αρχαιολογία

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Νεκρική προσωπίδα, γνωστή ως «Μάσκα του Αγαμέμνονα».

Η αρχαιολογία είναι η «μελέτη των αρχαίων πραγμάτων». Ο ακριβής σύγχρονος ορισμός της είναι η «συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του απώτερου ή πιο πρόσφατου ανθρώπινου παρελθόντος μέσω της εφαρμογής θεωρίας και μεθόδου»[1]. Ο όρος βέβαια αναπτύχθηκε στην εξελικτική πορεία της επιστήμης για να περιλαμβάνει πολύ περισσότερα πράγματα στο εννοιολογικό της πλαίσιο.

Το 1948 ο Γουόλτερ Τέιλορ (Walter Taylor) έδωσε έναν πρώτο ορισμό, γράφοντας πως «η αρχαιολογία δεν είναι ιστορία, ούτε ανθρωπολογία. Ως αυτόνομη επιστήμη περιλαμβάνει τη δική της μεθοδολογία και εξειδικευμένες τεχνικές, για τη συγκέντρωση ή παραγωγή πολιτισμικής πληροφόρησης», από έρευνα στερεής ύλης και μνημείων του παρελθόντος.

Σύμφωνα με τον Μόρτιμερ Γουίλερ «ο αρχαιολόγος φέρνει στο φως όχι πράγματα αλλά ανθρώπους»[2], συνεπώς από αυτή την άποψη θεωρούμενη η αρχαιολογία είναι μελέτη ανθρώπινων λειψάνων του παρελθόντος.

Ο όρος «ανθρώπινο παρελθόν» τονίζει το γεγονός ότι η αρχαιολογία δεν μελετά ζώα που έχουν εκλείψει, απολιθώματα ή πετρώματα, καθώς αυτά αποτελούν προϊόν μελέτης της παλαιοντολογίας και της γεωλογίας[1]. Συνεπώς, το χρονικό όριο μελέτης της αρχαιολογίας, σε ό,τι αφορά στο απώτατο παρελθόν, αγγίζει το χρονικό όριο των 2.000.000 ετών Π.Π.[3]

Προσεγγίσεις: Παλαιός και Νέος Κόσμος

Φωτογραφία του Στόουνχεντζ, Ιουλίου 1877.

Στην Ευρώπη και τον Παλαιό Κόσμο γενικότερα η αρχαιολογία διακρινόταν και διακρίνεται ακόμη από μία τάση να εστιάζεται μόνον στα υλικά ευρήματα και φυσικά στις αναγκαίες τεχνικές ανασκαφής και περισυλλογής των ευρημάτων, όπως επίσης και στα εγγενή της θεωρητικά και φιλοσοφικά ζητήματα που τη βοηθούν να επιτύχει τους στόχους της. Στον Νέο Κόσμο η προσέγγιση είναι διαφορετική. Η έρευνα εστιάζεται στις αρχαίες κοινωνίες και τον τρόπο λειτουργίας τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο η αρχαιολογία θεωρείται ένας από τους 4εις τομείς της ανθρωπολογίας. Και για τις δύο προσεγγίσεις βέβαια η επίτευξη του στόχου σήμερα απαιτεί ένα είδος πολυεπιστημονικής και διεπιστημονικής διερεύνησης και προσπάθειας.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα στην βόρεια Αμερική να υπάρχουν λίγα τμήματα αρχαιολογίας και το μεγαλύτερο ποσοστό των αρχαιολόγων να καλύπτει θέσεις σε ανθρωπολογικά τμήματα. Άλλοι αρχαιολόγοι του αποκαλούμενου Νέου Κόσμου ενσωματώνονται στις κλασικές σπουδές, χωρίς αυτό να τους δίνει τη δυνατότητα εμπλοκής στις ανανεούμενες συζητήσεις για την αρχαιολογική θεωρία. Από την άλλη στην Ευρώπη τα τμήματα της αρχαιολογίας είναι διακριτά και συνδέονται στενά με τμήματα ιστορίας. Σε ό,τι αφορά στην ανθρωπολογική προσέγγιση των θεωρητικών ζητημάτων της αρχαιολογίας σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Φραντς Μποάζ, σε σημείο ώστε οι νεότεροι αρχαιολόγοι-ανθρωπολόγοι να μην ενσωματώνουν τους αρχαιότερους πολιτισμούς σε ένα ενιαίο εθνικό περίγραμμα, αλλά να τους διαχειρίζονται εξατομικευμένα. Αντίθετα, στην Ευρώπη, η προσάρτηση της προϊστορίας στο εθνικό εννοιολογικό πλαίσιο ήταν δεδομένη από την αρχή της ανάπτυξης της επιστήμης.[4]

Αρχαιολογική θεωρία

κύριο λήμμα: αρχαιολογική θεωρία
Ως αρχαιολογική θεωρία ή αρχαιολογική σκέψη εννοούνται οι διαφορετικές θεωρήσεις που αναπτύχθηκαν για την πρακτική της αρχαιολογίας και την ερμηνεία των αρχαιολογικών μαρτυριών. Ως εφαρμογή της φιλοσοφίας της επιστήμης στην αρχαιολογία στο αρχαιολογικό πλαίσιο αναφέρεται επίσης ως φιλοσοφία της αρχαιολογίας[5][6]. Οι διαφορετικές θεωρίες που αναπτύσσονται, σχετίζονται κυρίως με τον σκοπό της αρχαιολογίας ως επιστήμη[7]. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα και την ανάπτυξη της τεχνολογίας, με σημαντικότερη την επανάσταση στον τομέα της χρονολόγησης και την ανάπτυξη της μεθόδου χρονολόγησης με ραδιενεργό άνθρακα 14C από τον αμερικανό χημικό Γουίλαρντ Λίμπι (Willard Libby) το 1949 και την παλυνολογική ανάλυση[8] υπήρχε η γενική αντίληψη πως η αρχαιολογία συνδεόταν στενά μόνον με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Από τότε άρχισαν να εισάγονται στοιχεία άλλων επιστημών όπως η φυσική, η χημεία, η βιολογία, η μεταλλουργία, η μηχανική, η ιατρική, κ.ά., παράγοντας μια αλληλεπικάλυψη και την ανάγκη αναδιαμόρφωσης των θεμελιωδών ιδεών της αρχαιολογίας.

Η αρχαιολογική μαρτυρία

κύριο λήμμα: αρχαιολογική μαρτυρία
Η αρχαιολογική μαρτυρία ή αρχαιολογικά δεδομένα είναι τα υλικά κατάλοιπα της αρχαίας ανθρώπινης δραστηριότητας που καταγράφονται από τους αρχαιολόγους. Τα δεδομένα αυτά διακρίνονται σε κινητά ευρήματα και μη κινητά ευρήματα, όπως

  • τέχνεργα ή τεχνουργήματα (artefacts), κινητά αντικείμενα που κατασκεύασε ο άνθρωπος, όπως εργαλεία, αγγεία, νομίσματα, κοσμήματα, μικροαντικείμενα κ.λπ.,
  • ανθρωπογενείς κατασκευές, μη κινητά ευρήματα όπως κτίσματα, κατοικίες, δεξαμενές, ναοί, τάφοι κ.λπ.
  • οικοδεδομένα ή οικουργήματα, (ecofacts), οργανικά και ανόργανα κατάλοιπα του φυσικού περιβάλλοντος που συνδέονται ωστόσο με την ανθρώπινη συμπεριφορά στο εγγύς ή απώτερο παρελθόν, όπως οστά ζώων, σπόροι και καρποί, ιζήματα, μεταλλεύματα κ.λπ.[9]

Οι τοποθεσίες στις οποίες τα παραπάνω ευρήματα παρουσιάζουν υψηλή πυκνότητα εμφάνισης ονομάζονται αρχαιολογικές θέσεις ή αρχαιολογικοί τόποι (sites). Μια γεωγραφική έκταση σαφώς οριοθετημένη, που περιλαμβάνει μια σειρά από αρχαιολογικές θέσεις, και η οποία αποτελούσε στο παρελθόν μια σαφώς καθορισμένη οικολογική και πολιτισμική έκταση, ονομάζεται (αρχαιολογική) γεωγραφική περιοχή. Ενώ, η ακριβής χωροχρονική θέση ενός ευρήματος, μαζί με το άμεσο περιβάλλον του, αποτελούν το πλαίσιο της αρχαιολογικής μαρτυρίας.

Το αρχαιολογικό πλαίσιο, πιο συγκεκριμένα, προσδιορίζεται με βάση:

α) το περίβλημα, δηλαδή το υλικό που περικλείει και συγκρατεί το εύρημα,

β) την προέλευση του ευρήματος, δηλαδή την ακριβή οριζόντια και κάθετη θέση του ευρήματος μέσα στο περίβλημα που ανακαλύφθηκε και

γ) τη συσχέτιση του ευρήματος με τα υπόλοιπα ευρήματα που ανακαλύφθηκαν μέσα στο ίδιο περίβλημα.

Ανάλογα δε με την κατάσταση του αρχαιολογικού πλαισίου τη στιγμή της ανακάλυψής του, δηλαδή ανάλογα με το αν έχει υποστεί οποιαδήποτε μεταβολή από τη στιγμή της απόθεσής του έως την ανακάλυψή του, διαχωρίζεται σε πρωτογενές (αδιατάρακτο) και δευτερογενές (διαταραγμένο) πλαίσιο.

Η συσχέτιση των ευρημάτων μιας αρχαιολογικής θέσης βασίζονται δύο θεμελιώδεις αρχές της αρχαιολογίας: την αρχή της συσχέτισης, σύμφωνα με την οποία ένα εύρημα είναι σύγχρονο με άλλα ευρήματα που βρίσκονται στο ίδιο περίβλημα, και η αρχή της επαλληλίας, σύμφωνα με την οποία τα στρώματα της Γης είναι διατεταγμένα το ένα πάνω στο άλλο διαδοχικά, με τα κατώτερα να αποτελούν τα αρχαιότερα στρώματα. Σε αυτή τη δεύτερη αρχή βασίζεται και η στρωματογραφία, η μελέτη δηλαδή της διαστρωμάτωσης μιας αρχαιολογικής θέσης[10].

Κλάδοι της Αρχαιολογίας

Ανασκαφές στην αρχαιολογική θέση Edgewater στην Αϊόβα]ηλικίας 3.800 ετών

Ακολουθούν τα πλαίσια μέσα στα οποία καθορίζονται οι γνωστότεροι κλάδοι της αρχαιολογίας:

Προϊστορική αρχαιολογία

Κύριο λήμμα:Προϊστορική αρχαιολογία
Η προϊστορική αρχαιολογία ασχολείται με αρχαίους πολιτισμούς που δεν έχουν αφήσει κάποιου είδους γραπτές μαρτυρίες. Η προϊστορία, όρος που εισήχθη τον 19ο αι. από Άγγλους και Γάλλους ερευνητές που μελέτησαν την παλαιολιθική εποχή με βάση τις θετικές επιστήμες και τη γεωλογία[1], καλύπτει την εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής, από τις πηγές της έως την εμφάνιση των πρώτων γραπτών αρχείων. Εξαιτίας της έλλειψης γραπτών αρχείων οι προϊστορικοί αρχαιολόγοι βασίζονται αποκλειστικά στα υλικά υπολείμματα, προκειμένου να διαμορφώσουν τις εκτιμήσεις και τις ερμηνείες τους. Οι ανακαλύψεις τους για το ανθρώπινο είδος έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμαστε το τι είναι ανθρώπινο. Για παράδειγμα, ερευνητές που εργάζονται στη νότια Αιθιοπία και τη βόρεια Κένυα ανακάλυψαν μαρτυρίες ότι πρόγονοί μας που έζησαν περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια πριν είχαν τη δυνατότητα να γδέρνουν με λίθινα εργαλεία μικρά θηράματα, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο ένα συγκεκριμένο πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς. Το 1978 στο Λαϊτόλι της Τανζανίας, η παλαιοανθρωπολόγος Μαίρη Λίκι (Mary Leakey) ανακάλυψε προϊστορικό πεδίο, στο οποίο υπήρχαν σε σκληρυμένη ηφαιστειακή τέφρα τα αποτυπώματα ανθρωπίδας που περπατούσε όρθια πριν από 3,6 εκατομμύρια χρόνια[11].

Άλλοι προϊστορικοί αρχαιολόγοι ειδικεύονται στη μελέτη διάφορων περιόδων της Εποχής του Λίθου. Αυτή η περίοδος πολιτισμικής ανάπτυξης ξεκίνησε πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια, όταν οι άνθρωποι έμαθαν να κατασκευάζουν απλά λίθινα εργαλεία. Η λίθινη εποχή τελείωσε σε διαφορετικά χρονικά σημεία στα διαφορετικά μέρη του κόσμου, μέσα στα τελευταία 10.000 χρόνια. Σημαντικά αρχαιολογικά πεδία της λίθινης εποχής περιλαμβάνουν βραχογραφίες σε σπήλαια, λίθινα εργαλεία, ζωγραφική, ακόμη και άγριους σπόρους δημητριακών. Όπως είναι φυσικό τέτοιου είδους έρευνα σε συστηματικό επίπεδο και με συγκεκριμένη μεθοδολογία είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπλαση ενός σημαντικού τμήματος του ανθρώπινου παρελθόντος.

Κλασική αρχαιολογία

Κύριο λήμμα: Κλασική αρχαιολογία
Στην καθιερωμένη έννοιά της η κλασική αρχαιολογία εξετάζει τον ελληνικό και τον ρωμαϊκό κόσμο. Η κλασική αρχαιολογία ως όρος διαθέτει έντονες υποδηλώσεις, που σχετίζονται με τον κλασικό κόσμο και τις γραπτές μαρτυρίες του, οι οποίες απέκτησαν «κλασική» θέση στον δυτικό πολιτισμό. Είναι ο κόσμος στον οποίο κατοίκησαν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι μεταξύ του 8ου αιώνα ΠΚΕ και του 4ου αιώνα ΠΚΕ[12].

Παρόλο που στην εποχή μας φαίνεται δεδομένος ο ορισμός κλασική αρχαιολογία, στην πραγματικότητα –και εξαρτώμενη από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα του κλασικού κόσμου- τούτη η έννοια προσαρμόζεται διαρκώς στις επιταγές και τις ανάγκες της αρχαιολογικής επιστήμης, που διαρκώς εμπλουτίζεται, όχι μόνον από δεδομένα αρχαιολογικών ανασκαφών, αλλά και νεότερες ερμηνευτικές τάσεις αρμονικά συνδυαζόμενες με τις προσεγγίσεις των θετικών επιστημών και την συναρμογή ανθρωπολογικών ερμηνευτικών τάσεων. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, αν σκεφθούμε ότι η έννοια του κλασικού κόσμου διαρκώς αλλάζει και μεταπλάθεται. Μετατοπιζόμενη από τον εγκιβωτισμό της στη στενή θεώρηση του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου η κλασική αρχαιολογία –τουλάχιστον για έναν κύκλο ερευνητών που χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο- περιλαμβάνει σήμερα και τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, τις ακτές της Β. Αφρικής, την Εγγύς και Μέση Ανατολή και ορίζει διακριτές θεωρήσεις της ιδέας του κλασικού[13].

Μεσαιωνική και βυζαντινή αρχαιολογία

Kύριο λήμμα: Μεσαιωνική αρχαιολογία
Με τον όρο μεσαιωνική αρχαιολογία νοείται η μελέτη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, ιδιαίτερα για την περίοδο που εκτείνεται από τον 5ο έως τον 16ο αι. Η μεσαιωνική αρχαιολογία εξετάζει και ερμηνεύει ευρήματα που σχετίζονται με τον μεταρωμαϊκό κόσμο και καλύπτει πολιτισμούς όπως αυτός των Βίκινγκ, των Σάξoνες και των Φράγκων. Φυσική συνέχεια της μεσαιωνικής αρχαιολογίας θεωρείται η μεταμεσαιωνική αρχαιολογία, αν και τέτοιου είδους υποδιαιρέσεις οδηγούν συχνά σε αμφισβητήσεις των ούτως η άλλως μεταβαλόμενων διακριτών ορίων της εκάστοτε περιοδολόγησης.

Η μεσαιωνική περίοδος στην Ευρώπη μαρτυρεί την προέλευση και την ανάπτυξη των πόλεων, την ανάπτυξη του εμπορίου και την βιοτεχνική εξειδίκευση, όπως και τον σχηματισμό πολιτικών κρατών. Αυτές οι διαδικασίες πολιτιστικής και οικονομικής αλλαγής έχουν ενδιαφέρον για τους αρχαιολόγους από τις ημέρες του Βηρ Γκόρντον Τσάιλντ, με αποτέλεσμα, η μεσαιωνική αρχαιολογία να παίζει όλο και πιο σημαντικό ρόλο στην αρχαιολογική σκέψη σε όλο τον κόσμο[14].

Η βυζαντινή αρχαιολογία ανήκει ουσιαστικά ως κλάδος στην μεσαιωνική αρχαιολογία, αλλά ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με την αρχαιολογία της Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και αστικών κέντρων της βυζαντινής επικράτειας από τον 4ο έως τον 12ο αιώνα[15]. Ο όρος σταδιακά διευρύνθηκε, ώστε να περιλαμβάνει τμήμα της ιστορίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως συνέχειας του βυζαντινού κόσμου από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα, στο βαθμό που ακολούθησε και διατήρησε τα θέσμια της βυζαντινής κοινωνίας.

Βιβλική και χριστιανική αρχαιολογία

Κύριο λήμμα βιβλική αρχαιολογία, χριστιανική αρχαιολογία

Εντοίχιο ψηφιδωτό βυζαντινού ναού του 5ου αιώνα.

Η βιβλική αρχαιολογία ερευνά την αρχαιολογία της Παλαιστίνης και την εποχή του Χαλκού (περ. 3000–1200 ΠΚΕ) και την εποχή του Σιδήρου (περ. 1200–586 ΠΚΕ) δηλαδή την χρονολογική περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, όταν η περιοχή κατοικείτο από τους Χαναανίτες και τους Ισραηλίτες[16].

Η βιβλική αρχαιολογία θεωρείται ενίοτε κλάδος της συροπαλαιστινιακής αρχαιολογίας που διεξάγεται στην περιοχή μεταξύ του σύγχρονου Ισραήλ, της Ιορδανίας, του |Λιβάνου και της Συρίας και ασχολείται με εξιστορήσεις, περιγραφές και συζητήσεις της Παλαιάς και ενίοτε της Καινής Διαθήκης, από τη δεύτερη χιλιετία ΠΚΕ, την εποχή του Αβραάμ και των Πατριαρχών, μέσω της ρωμαϊκής περιόδου στην πρώτη χιλιετία[17]. Συγχέεται ενίοτε με την χριστιανική αρχαιολογία, καθώς ορισμένοι τομείς, ιδιαίτερα εκείνοι που αφορούν στις γραπτές μαρτυρίες, χρησιμοποιούνται και από τους δύο κλάδους.

Η χριστιανική αρχαιολογία έγινε επιστημονικός κλάδος περί τον 19ο αιώνα. Τα δομικά στοιχεία του κλάδου τέθηκαν από ερευνητές όπως ο ανατολιστής Γιόχαν Γιαν (Johann Jahn), ο Έντουαρντ Ρόμπινσον (Edward Robinson) και ο Φλίντερς Πέτρι (Sir Flinders Petrie). Κυρίαρχη μορφή της χριστιανικής αρχαιολογίας στον 20ό αιώνα υπήρξε ο Γουίλιαμ Φ. Όλμπραϊτ (William F. Albright). Ήταν εκείνος που εφάρμοσε την χριστιανική αρχαιολογία στις σύγχρονες συζητήσεις σχετικά με την προέλευση και την αξιοπιστία των βιβλικών αφηγήσεων, σε σχέση με τα ιστορικά γεγονότα που περιγράφονται στην, Βίβλο[18].

Αρχαιολογία του φύλου

Κύριο λήμμα: αρχαιολογία του φύλου Η αρχαιολογία του φύλου είναι συγκεκριμένος τρόπος προσέγγισης σε ζητήματα ερμηνείας των αρχαιολογικών μαρτυριών, σχετιζόμενη με ζητήματα ισχύος, αυτονομίας και συμβολικών νοημάτων που συνδέονται με την έννοια του αρσενικού και του θηλυκού σε διαφορετικές κοινωνίες. Όπως είναι φυσικό το ενδιαφέρον της αρχαιολογίας στη συγκεκριμένη περίπτωση εστιάζεται στις αλληλεπιδράσεις των σχέσεων του γένους με άλλες κοινωνικές κατηγορίες όπως είναι οι τάξεις, η ηλικία, η εθνική ταυτότητα, η θρησκεία και η συγγένεια. Η εθνογραφική έρευνα αποκαλύπτει πως υφίσταται πολυπλοκότητα και διαπολιτισμική ποικιλομορφία σε ό,τι αφορά στον ρόλο των φύλων στις ζωντανές κοινωνίες. Αυτές οι σχετικά πρόσφατα διατυπωμένες έρευνες επικεντρώνονται στην έκφραση και την σημασία του φύλου μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για πιο λεπτομερή ανάλυση των πιθανών υλικών παραγόντων που σχετίζονται με τη διάκριση του φύλου, ένα πρώτο και κρίσιμο βήμα προς την ανάπτυξη μεθόδων για την ερμηνεία της αρχαιολογικής μαρτυρίας στο συγκεκριμένο πλαίσιο[19].

Αστική αρχαιολογία

Κύριο λήμμα: αστική αρχαιολογία Η αστική αρχαιολογία είναι διακριτός κλάδος, που εφαρμόζει τις αρχαιολογικές μεθόδους για τη μελέτη μεγάλων πόλεων και αστικών περιοχών, όπως επίσης και τη διαδικασία της αστικοποίησης. Οι αρχαιολόγοι που ασχολούνται με τις πόλεις, μέσω της αστικής αρχαιολογίας στρέφουν τις προσπάθειές τους σε έρευνες που σχεδιαζονται για δώσουν απαντήσεις σε αυξανόμενα σημαντικά ανθρωπολογικά και ιστορικά ερωτήματα. Το έργο τους οδηγεί, επίσης, στην αναγνώριση και καταγραφή των φυσικών πτυχών των προγενέστερων σταδίων στην ανάπτυξη της πόλης, που διαφορετικά δεν θα αναγνωριζόταν. Η συχνή αντιπαράθεση αυτών των αρχαιολογικών υλικών με υπερκείμενες κατασκευές, σε αστικές τοποθεσίες που επισκέπτονται καθημερινά πολλοί άνθρωποι, προσφέρει ευκαιρίες για ένα άλλο είδος αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας μεταξύ αρχαιολόγων, ιστορικών και διατηρητών αρχιτεκτονικών μνημείων. Η διατήρηση και ερμηνεία αρχαιολογικών χαρακτηριστικών, ως συνιστώσες ιστορικών περιοχών, συμβάλλει στην κατανοητή ιστορική αναβίωση της πόλης, σε ένα ευρύ τμήμα του πληθυσμού της[20].


Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 1,2 Κουκουζέλη Αλ. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας (2000) Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο, Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ISBN 960-538-489-2 σσ. 17-85
  2. Wheeler M. (1954) Archaeology from the Earth, Oxford: Oxford University Press σ. 13
  3. Π.Π. δηλαδή προ παρόντος σε αβαθμονόμητη κλίμακα.
  4. Matthew Johnson (2011) Archaeological Theory: An Introduction, 2nd Edition, NJ: Wiley ISBN 978-1-4443-2608-6 σσ. 29-30
  5. Krieger, William Harvey 2006, There be a Philosophy of Archaeology?: Processual Archaeology and the Philosophy of Science, Lexington BooksΙΣΒΝ 9780739112496
  6. Dark, Ken (2016) The Science of Archaeology, Philosophy Now
  7. Trigger 2007, 1
  8. Κουκουζέλη κ.ά. 2000, 52
  9. Κουκουζέλη | first= Αλ., Ε. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας 2000, Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ISBN 960-538-489-2 σσ. 93-94.
  10. Ηλιόπουλος, Γεώργιος, 2016, Στρωματογραφία - Ιστορική γεωλογία, Πανεπιστήμιο Πατρών
  11. Neville Agnew, Martha Demas 1995, The Footprints at Laetoli, The Getty Conservation Institute, 10.1 Newsletter
  12. Osborne, Robin, Alcock, Susan E. Classical Archaeology UK: Blackwell Publishing ISBN 978-1-4443-3691-7 σ. 11, chapter: Why Classical Archaeology
  13. Στεφανάκης, Μανόλης Ι. 2012, Εισαγωγή στην Κλασική Αρχαιολογία, Μέρος Α΄, Αθήνα: Ιάμβλιχος ISBN 978-960-268-201-2 ss.16–17
  14. Pamela Crabtree, 2001, Medieval Archaeology: An Encyclopedia New York & London: Garland Publishing ISBN 0-8153-1286-5 σ.ix.
  15. Πετρίδης, Π. 2002, Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, τόμ. Β΄, Πάτρα: ΕΑΠ ISBN 960-538-486-8, σ. 192.
  16. Magness, Jodi 2012, The archaeology of the Holy Land: from the destruction of Solomon’s Temple to the Muslim conquest΄΄, New York Cambridge University Press ISBN 978-0-521-19535-5 σσ.3–6}}
  17. Cline, Eric H. 2009, Biblical Archaeology: A Very Short Introduction|, ISBN 978-0-19-534263-5 σ. 3
  18. S. Michael Houdmann 2014, Got Questions?Bloomington: WestBow Press, ISBN 9781490832746, σ. 637.
  19. Conkey, Margaret W. and Janet D. Spector 1984, Archaeology and the Study of Gender τόμ. 7 σσ. 1–38
  20. Roy S. Dickens, Jr. 1982, Archaeology of Urban America, New York, Academic Press, ISBN 0-12-214980-7, σσ. xi