Μόρτιμερ Γουίλερ

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Ο Μόρτιμερ Γουίλερ το 1939

Ο ταξίαρχος Ρόμπερτ Έρικ Μόρτιμερ Γουίλερ (Sir Robert Eric Mortimer Wheeler) (10 Σεπτεμβρίου 1890 – 22 Ιουλίου 1976)[1] ήταν Βρετανός αρχαιολόγος. Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της αρχαιολογίας του 20ού αιώνα, τόσο για τη συμβολή του στη διαμόρφωση συστηματικών ανασκαφικών πρακτικών όσο και για τον ρόλο του στη θεσμική και δημόσια προβολή της αρχαιολογικής επιστήμης[2]. Το έργο του επηρέασε βαθιά τη βρετανική αλλά και τη διεθνή αρχαιολογία, ιδίως στο πεδίο της προϊστορικής και ρωμαϊκής έρευνας[3]. Μετά την υπηρεσία του στο Βρετανικό βασιλικό πυροβολικό κατά τον Α' Π.Π. διεξήγαγε σειρά ανασκαφών στην Ουαλία, την Αγγλία και τη βόρεια Γαλλία ως διευθυντής του εθνικού μουσείου της Ουαλίας και Έφορος του μουσείου του Λονδίνου με την πρώτη σύζυγό του, Τέσα Γουίλερ, επίσης αρχαιολόγο[4]. Μαζί με τη σύζυγό του υπήρξαν υπέρμαχοι μιας επιστημονικότερης μεθόδου στην ανασκαφή και την καταγραφή του στρωματογραφικού πλαισίου[5]. Η προσέγγισή τους έθεσε τα θεμέλια για την κατανόηση της αρχαιολογικής θέσης ως δυναμικού συνόλου διαδοχικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων[6]. Μετά την υπηρεσία του στον Β' Π.Π. έγινε γενικός διευθυντής της αρχαιολογικής επιθεώρησης της Ινδίας[7]. Με τις εμφανίσεις του στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση θεωρείται ότι έφερε την αρχαιολογία πλησιέστερα στο ευρύτερο κοινό, καθιστώντας την επιστήμη προσιτή και κατανοητή πέρα από τα στενά ακαδημαϊκά όρια[8].

Βίος

Γιος εκδότη εφημερίδας, ο Μόρτμερ Γουίλερ ολοκλήρωσε τις σπουδές και τη μεταπτυχιακή εργασία του στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, το 1912[9]. Η ακαδημαϊκή του κατάρτιση επηρεάστηκε από την κλασική φιλολογική και ιστορική παράδοση της εποχής, γεγονός που συνέβαλε στη μετέπειτα συνθετική του προσέγγιση στην αρχαιολογία[10]. Σύζυγός του ήταν η αρχαιολόγος Τέσα Βέρνεϊ-Γουίλερ[11]. Το 1914 ο αρχαιολόγος έλαβε μέρος στον Α' Π.Π. στο σώμα του βασιλικού πυροβολικού[12]. Η στρατιωτική του εμπειρία επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο οργάνωσης και διοίκησης των ανασκαφικών του αποστολών[13]. Αμέσως μετά ολοκλήρωσε το διδακτορικό του και διορίστηκε έφορος του αρχαιολογικού τμήματος του εθνικού μουσείου στην Ουαλία και λέκτορας της αρχαιολογίας στο κολέγιο του πανεπιστημίου της Ουαλίας το 1920[14]. Διεξήγαγε μαζί με τη σύντροφό του ανασκαφές στην Ουαλία και το Χέρτφορντσιρ, όπου έφερε στην επιφάνεια προ-ρωμαϊκές εγκαταστάσεις στο Σεντ Άλμπαν, ενώ στο Ντόρσετ ανακάλυψε μαρτυρίες οικισμών της νεολιθικής[15]. Οι έρευνες αυτές συνέβαλαν ουσιαστικά στην αναθεώρηση της γνώσης για τη χρονολόγηση και την εξέλιξη των πρώιμων οικισμών στη Βρετανία[16]. Ο Β' Π.Π. τον βρήκε στο 42ο Βασιλικό Τάγμα Πυροβολικού, που ενώθηκε με την 8η στρατιά στη βόρεια Αφρική και πολέμησε σε διάφορα μέτωπα (στο Ελ Αλαμέιν, στην προέλαση προς την Τυνησία και στην Ιταλία)[17]. Το 1943 διορίστηκε γενικός διευθυντής της Αρχαιολογικής Επιθεώρησης της Ινδίας, γεγονός που του έδωσε όχι μόνο τη δυνατότητα ανασκαφών αλλά και εκπαίδευσης νέων Ινδών αρχαιολόγων στις σύγχρονες μεθόδους της αρχαιολογίας, ιδιαίτερα στα Τάξιλα[18]. Η δράση του συνέβαλε αποφασιστικά στη θεσμική αναδιοργάνωση της αρχαιολογίας στην Ινδική υποήπειρο[19]. Από αυτή τη θέση επέστρεψε το 1948 στο Λονδίνο με τον τιμητικό τίτλο του γραμματέα της Βρετανικής Ακαδημίας[20]. Ενδιαφερόταν πάντα για την εκλαΐκευση και τη δημοφιλία της αρχαιολογίας μαζί με τον Γκλιν Ντάνιελ, ιδιαίτερα στην τηλεόραση, με αποτέλεσμα το 1954 να ψηφιστεί ως η δημοφιλέστερη τηλεοπτική προσωπικότητα της χρονιάς[21]. Εταίρος της Βρετανικής Ακαδημίας, ο Μόρτιμερ Γουίλερ ήταν επίσης πρόεδρος της εταιρείας αρχαιοτήτων, έφορος του Βρετανικού Μουσείου και πρόεδρος του Συμβουλίου Αρχαίων Μνημείων[22].

Μεθοδολογία

Κάναβος ανασκαφής σύμφωνα με τη μέθοδο Γουίλερ-Κένυον

Τις νέες ανασκαφικές μεθόδους του για την ανασκαφή μεγάλων εγκαταστάσεων επεξεργάστηκε και εφάρμοσε στο Μέιντεν Καστλ στην Αγγλία και στο Μοχένιο-ντάρο στην Ινδία νέες μεθόδους[23]. Η μέθοδός του ήταν μια αντίδραση στις λιγότερο συστηματικές πρακτικές του 19ου αιώνα και συνέβαλε στη μετάβαση της αρχαιολογίας σε αυστηρά επιστημονικό κλάδο[24]. Τόσο ο Μόρτιμερ Γουίλερ, όσο και μεταγενέστεροι αρχαιολόγοι ενσωμάτωσαν μια ακριβέστερη μεθοδολογία πεδίου βασισμένη κυριολεκτικά σε στρατιωτική οργάνωση με τη χρήση κανάβου και την ανασκαφή καθορισμένη σε τετράγωνα ανάμεσα στα οποία διαμορφώνονται οι μάρτυρες Γουίλερ, δηλαδή κάθετοι και οριζόντιοι διάδρομοι που δεν ανασκάπτονται εξαρχής και χρησιμοποιούνται για την καταγραφή της στρωματογραφίας, τη διευκόλυνση της παρακολούθησης του έργου, την αποχωμάτωση και την κυκλοφορία του προσωπικού[25]. Σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο μπορεί να ανασκαφεί ένα μεγάλο πεδίο, να μελετηθεί και να καταγραφεί προσεκτικά η αρχαιολογική στρωματογραφία που αποκαλύπτεται στους μάρτυρες Γουίλερ (Wheeler balks), δίνοντας έτσι έμφαση στα στοιχεία που αποκαλύπτει το αρχαιολογικό πλαίσιο ως σύνολο και την καταγραφή ακριβούς ημερολογίου ανά ανασκαφικό στρώμα[26]. Η μέθοδος αυτή, αν και αργότερα συμπληρώθηκε και αναθεωρήθηκε, παραμένει θεμελιώδης για τη σύγχρονη πρακτική[27].

Κληρονομιά και αποτίμηση

Η ιστοριογραφική αποτίμηση του έργου του Μόρτιμερ Γουίλερ τον τοποθετεί ανάμεσα στις πλέον καθοριστικές μορφές της αρχαιολογίας του 20ού αιώνα, ιδίως στο πλαίσιο της διαμόρφωσης της λεγόμενης «νεωτερικής» αρχαιολογικής πρακτικής στη Βρετανία και στις αποικιακές της επικράτειες[28]. Η συμβολή του δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες ανασκαφικές επιτυχίες, αλλά εκτείνεται στη συγκρότηση ενός συνεκτικού επιστημονικού παραδείγματος που συνέδεε τη μεθοδολογία πεδίου, τη στρωματογραφική ανάλυση και τη συνθετική ιστορική ερμηνεία[29]. Στο επίπεδο της μεθοδολογίας, ο Γουίλερ ενσάρκωσε τη μετάβαση από την αρχαιολογία της συλλογής αντικειμένων σε μια αρχαιολογία του πλαισίου, στην οποία η χωρική και στρωματογραφική σχέση των ευρημάτων αποκτά πρωτεύουσα σημασία[30]. Η «μέθοδος Γουίλερ», αν και συχνά παρουσιάζεται ως τεχνική και οργανωτική καινοτομία, έχει ερμηνευθεί ιστοριογραφικά ως αντανάκλαση ενός ευρύτερου θετικιστικού και δομικού προσανατολισμού της αρχαιολογίας του Μεσοπολέμου[31]. Μεταγενέστερες σχολές, ιδίως η διαδικαστική αρχαιολογία και η μεταδιαδικαστική αρχαιολογία, επαναξιολόγησαν κριτικά τη μέθοδό του, επισημαίνοντας τόσο τη συμβολή της στην επιστημονική αυστηρότητα όσο και τα ερμηνευτικά της όρια[32]. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται από τη σύγχρονη βιβλιογραφία στη θεσμική και πολιτική διάσταση του έργου του[33]. Η θητεία του στην Αρχαιολογική Επιθεώρηση της Ινδίας έχει αναλυθεί στο πλαίσιο της αποικιακής αρχαιολογίας, όπου η επιστημονική πρόοδος συνυπήρχε με διοικητικές ιεραρχίες και λόγους διαχείρισης της πολιτισμικής κληρονομιάς[34]. Αν και ο Γουίλερ συνέβαλε ουσιαστικά στην επαγγελματοποίηση της αρχαιολογίας στη Νότια Ασία και στην εκπαίδευση Ινδών αρχαιολόγων, ορισμένοι μελετητές επισημαίνουν ότι το έργο του ενσωμάτωνε, εν μέρει, τις αποικιακές αντιλήψεις της εποχής σχετικά με την ερμηνεία και την ιδιοκτησία του παρελθόντος[35]. Παράλληλα, ο Γουίλερ κατέχει κεντρική θέση στην ιστορία της δημόσιας αρχαιολογίας[36]. Η εκτεταμένη παρουσία του στα μέσα μαζικής επικοινωνίας έχει ερμηνευθεί ως πρώιμη μορφή «επιστημονικής διαμεσολάβησης», μέσω της οποίας η αρχαιολογική γνώση μετατράπηκε σε πολιτισμικό αφήγημα, προσβάσιμο στο ευρύ κοινό[37]. Η πρακτική αυτή, αν και συνέβαλε αποφασιστικά στη δημοφιλία της αρχαιολογίας, έχει επίσης αποτελέσει αντικείμενο κριτικής ως προς την απλοποίηση και δραματοποίηση του παρελθόντος[38]. Συνολικά, η ιστοριογραφία αντιμετωπίζει τον Μόρτιμερ Γουίλερ ως εμβληματική αλλά και σύνθετη μορφή: έναν επιστήμονα που συνέβαλε καθοριστικά στη μεθοδολογική και θεσμική συγκρότηση της αρχαιολογίας, αλλά ταυτόχρονα έναν φορέα των επιστημολογικών, πολιτικών και πολιτισμικών περιορισμών της εποχής του[39]. Η διαρκής αναφορά στο έργο του στη σύγχρονη βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι η σημασία του έγκειται όχι μόνο στις απαντήσεις που έδωσε, αλλά και στα ερωτήματα που εξακολουθεί να θέτει για τη φύση και τον ρόλο της αρχαιολογικής γνώσης[40].

Εργογραφία

  • Segontium and the Roman Occupation of Wales (Το Σεγκόντιουμ και η ρωμαϊκή κατοχή της Ουαλίας) (1923)
  • Prehistoric and Roman Wales (Προϊστορική και ρωμαϊκή Ουαλία) (1925)
  • The Roman Fort Near Brecon (Το ρωμαϊκό οχυρό κοντά στο Μπρίκον) (1926)
  • Report on the excavations of the prehistoric, Roman and post-Roman site in Lydney Park, Gloucestershire (Αναφορά για τις ανασκαφές στην προϊστορική, ρωμαϊκή και μεταρωμαϊκή θέση του Λίντνεϊ Παρκ, Γκλότσεστερσιρ) (1932)
  • Verulamium: a Belgic and Two Roman Cities (Βερουλάνιουμ: μία Βελγική και δύο ρωμαϊκές πόλεις) (1936)
  • The excavation of Maiden Castle, Dorset: second interim report (Η ανασκαφή του Μέιντεν Καστλ, Ντόρσετ: δεύτερη αναφορά) (1936)
  • Maiden Castle, Dorset (Μέιντεν Καστλ, Ντόρσετ)(1943)
  • Five thousand years of Pakistan; an archaeological outline (Πέντε χιλιάδες χρόνια του Πακιστάν: ένα αρχαιολογικό περίγραμμα) (1950)
  • Cambridge History of India: The Indus Civilization (Ιστορία της Ινδίας του Κέιμπριτζ) (1953)
  • Reports of the Research Committee of the Society of Antiquaries of London No. XVII: The Stanwick Fortifications, North Riding of Yorkshire (Αναφορές στην επιτροπή έρευνας της εταιρείας αρχαιοδιφών του Λονδίνου Νο 18: Οι οχυρώσεις Στάνγουικ, Νορθ Ράιντινγκ, Γιόρκσιρ) (1954)
  • Archaeology from the Earth (Αρχαιολογία από τη Γη) (1954)
  • Still Digging (memoir) (Σκάβοντας ακόμα) (1955)
  • Hillforts of Northern France (Κάστρα των λόφων στη βόρεια Γαλλία) (1957)
  • Charsada: a Metropolis of the North-West Frontier' (Χαρσάντα: μια μητρόπολις των βορειοδυτικών συνόρων) (1962)
  • Roman art and architecture (Ρωμαϊκή τέχνη και αρχιτεκτονική) (1964)
  • Alms for Oblivion (Έλεος για Λήθη) (memoir) (1966)
  • Civilizations of the Indus Valley and beyond (Πολιτισμοί της Κοιλάδας του Ινδού και εξής) (1966)
  • Early India and Pakistan: to Ashoka (Πρώιμη Ινδία και Πακιστάν) (1970)
  • My Archaeological Mission to India and Pakistan (Η αρχαιολογική αποστολή μου στην Ινδία και το Πακιστάν) (memoir) 1976[41]

Παραπομπές

  1. Piggott 1977, 623.
  2. Guha 2003, 4.
  3. Mairs 2024, 1.
  4. Piggott 1977, 625.
  5. Guha 2003, 5.
  6. Mairs 2024, 2.
  7. Chadha 2002, 380.
  8. Mairs 2024, 3.
  9. Piggott 1977, 624.
  10. Guha 2003, 5.
  11. Mairs 2024, 1.
  12. Piggott 1977, 625.
  13. Chadha 2002, 381.
  14. Piggott 1977, 626.
  15. Guha 2003, 6.
  16. Piggott 1977, 627.
  17. Mairs 2024, 2.
  18. Guha 2003, 7.
  19. Chadha 2002, 382.
  20. Piggott 1977, 630.
  21. Mairs 2024, 3.
  22. Piggott 1977, 631.
  23. Guha 2003, 6.
  24. Chadha 2002, 383.
  25. Guha 2003, 8.
  26. Mairs 2024, 4.
  27. Chadha 2002, 385.
  28. Guha 2003, 9.
  29. Chadha 2002, 386.
  30. Guha 2003, 10.
  31. Chadha 2002, 387.
  32. Guha 2003, 9.
  33. Chadha 2002, 390.
  34. Guha 2003, 10.
  35. Chadha 2002, 392.
  36. Mairs 2024, 3.
  37. Mairs 2024, 4.
  38. Guha 2003, 10.
  39. Chadha 2002, 395.
  40. Guha 2003, 10.
  41. Piggott 1977, 640.

Βιβλιογραφία