Γουόλτερ Τέιλορ

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση

Γουόλτερ Γουΐλαρντ Τέιλορ Νεοτ. (Walter Willard Taylor Jr) (1913 – 1997)[1] ήταν Αμερικανός ανθρωπολόγος και αρχαιολόγος, περισσότερο γνωστός για το έργο του στο Κοαχουΐλα του Μεξικού[2] και για τη θεωρητική του συμβολή στη λεγόμενη «συνδυαστική αρχαιολογία» (conjunctive approach)[3]. Η προσέγγιση αυτή αποτέλεσε μια μεθοδολογική πρόταση για τη μελέτη του παρελθόντος, η οποία επιδίωκε τη σύνθεση δεδομένων από την παραδοσιακή αρχαιολογία με έννοιες και ερμηνευτικά σχήματα του γνωστικού πεδίου της ανθρωπολογίας[4]. Οι απόψεις αυτές αναλύονται κυρίως στο έργο του Μια μελέτη της αρχαιολογίας, το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 1948 και θεωρείται σήμερα ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά κείμενα του 20ού αιώνα στην αρχαιολογική σκέψη[5]. Ο Τέιλορ αντιλαμβανόταν την αρχαιολογία ως κατεξοχήν διεπιστημονικό κλάδο, ο οποίος δεν θα έπρεπε να περιορίζεται στη χρονολόγηση και την ταξινόμηση των ευρημάτων[6]. Συνδύασε τη μελέτη των προτύπων δίαιτας και εγκατάστασης, την ανάλυση εργαλείων και τεχνολογιών, καθώς και την εξέταση του φυσικού περιβάλλοντος, προκειμένου να αποδώσει μια ολιστική εικόνα των ανθρώπινων κοινωνιών του παρελθόντος[7]. Η προσέγγιση αυτή ερχόταν σε αντίθεση με τις κυρίαρχες πρακτικές της εποχής του, οι οποίες συχνά έδιναν έμφαση στη δημιουργία τυπολογιών και στη χρονολογική αλληλουχία των πολιτισμών[8]. Παρότι αρχικά αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό, η ολιστική του θεώρηση αποτελεί σήμερα βασικό γνώρισμα της αρχαιολογικής επιστήμης[9]. Ο Τέιλορ συγκαταλέγεται στους πρώτους μελετητές που απέρριψαν τις καθαρά ιστορικές και περιγραφικές προσεγγίσεις των αρχαιολογικών πεδίων, υποστηρίζοντας ότι η αρχαιολογία όφειλε να διατυπώνει ερμηνευτικά ερωτήματα σχετικά με την κοινωνική οργάνωση, την οικονομία και τη συμπεριφορά των ανθρώπων[10]. Ο Πάτυ Τζο Γουότσον, επιφανής σύγχρονος αρχαιολόγος, προλογίζοντας το 1983 μία από τις πολυάριθμες επανεκδόσεις του έργου Μια μελέτη της αρχαιολογίας, επισήμανε ότι ο σκοπός του Τέιλορ δεν ήταν η απόρριψη της τότε αρχαιολογικής πρακτικής, αλλά η διέγερση της κριτικής εξέτασης των προσδοκιών, των σκοπών και των στόχων των Αμερικανών αρχαιολόγων[11].

Βίος

Γεννήθηκε στο Σικάγο, αλλά μεγάλωσε στο Γκρήνουϊτς του Κοννέκτικατ[12]. Αν και αρχικά σπούδαζε γεωλογία στο πανεπιστήμιο του Γέηλ, ο Τέιλορ στράφηκε σταδιακά προς την αρχαιολογία και την ανθρωπολογία, επηρεασμένος από τις δυνατότητες των επιστημών αυτών να ερμηνεύσουν τη σχέση ανθρώπου και περιβάλλοντος[13]. Αποφοίτησε το 1935 και άρχισε να εργάζεται στο Μουσείο της Βόρειας Αριζόνας στο Φλάγκσταφ, όπου ήρθε σε επαφή με την ολιστική περιβαλλοντική φιλοσοφία του Λύντον Χαργκρέιβ (Lyndon Hargrave), η οποία άσκησε σημαντική επιρροή στη μετέπειτα θεωρητική του σκέψη[14]. Μετά από τρία χρόνια εντατικής εργασίας πεδίου, το 1938 υπέβαλε αίτηση για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ[15]. Ωστόσο, με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Τέιλορ κατατάχθηκε στους Πεζοναύτες και υπηρέτησε στην Ευρώπη[16]. Συμμετείχε σε επικίνδυνες αποστολές, μεταξύ των οποίων και ρίψη με αλεξίπτωτο σε εχθρική περιοχή για την υποστήριξη της τοπικής αντίστασης[17]. Το 1944 συνελήφθη και τραυματίστηκε σοβαρά, παραμένοντας αιχμάλωτος σε γερμανικές φυλακές έως τη λήξη του πολέμου[18]. Για τη δράση του τιμήθηκε με το μετάλλιο της Πορφυρής Καρδιάς και τον Χάλκινο Αστέρα, ενώ παρέμεινε στον στρατό με τον βαθμό του λοχαγού έως το 1955[19]. Μετά τον πόλεμο, ο Τέιλορ περιπλανήθηκε σε διάφορες περιοχές των Η.Π.Α., έως ότου εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Κάρμποντεϊλ του Ιλλινόις[20]. Εκεί άρχισε να εργάζεται το 1958 στο Τμήμα Ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση νέων γενεών αρχαιολόγων[21]. Κατά περιόδους δίδαξε επίσης στο πανεπιστήμιο του Τέξας, στο πανεπιστήμιο της Γουάσινγκτον, στο Κολλέγιο της Πόλης του Μεξικού και στην Εθνική Σχολή Ανθρωπολογίας και Ιστορίας (La Escuela Nacional de Antropología e Historia)[22]. Παράλληλα, διεξήγαγε εκτεταμένες έρευνες σε αρχαιολογικούς τόπους στην Αριζόνα, το Νέο Μεξικό, την Τζόρτζια, το Μεξικό και την Ισπανία, πριν αποσυρθεί από την ενεργό ακαδημαϊκή δράση το 1974[23].

Θεωρητική συμβολή και κληρονομιά

Η σημαντικότερη θεωρητική συμβολή του Γουόλτερ Γουΐλαρντ Τέιλορ εντοπίζεται στη διατύπωση της λεγόμενης «Συνδυαστικής αρχαιολογίας» (conjunctive approach), μιας μεθοδολογικής και θεωρητικής πρότασης που στόχευε στη ριζική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο η αρχαιολογία προσεγγίζει το παρελθόν[24]. Ο Τέιλορ άσκησε κριτική στις κυρίαρχες πολιτισμοϊστορικές και περιγραφικές πρακτικές της εποχής του, θεωρώντας ότι αυτές αδυνατούσαν να εξηγήσουν τη δυναμική των ανθρώπινων κοινωνιών και περιορίζονταν στη συσσώρευση δεδομένων χωρίς ερμηνευτικό βάθος[25]. Στο έργο του Μια μελέτη της αρχαιολογίας, υποστήριξε ότι η αρχαιολογία όφειλε να λειτουργεί ως ερμηνευτική κοινωνική επιστήμη, ενσωματώνοντας δεδομένα από τη μελέτη της διατροφής, των προτύπων εγκατάστασης, της τεχνολογίας, της οικονομίας και του φυσικού περιβάλλοντος[26]. Η προσέγγιση αυτή απέβλεπε στη διαμόρφωση μιας ολιστικής κατανόησης του παρελθόντος, όπου τα υλικά κατάλοιπα αντιμετωπίζονται ως εκφράσεις ανθρώπινης συμπεριφοράς και κοινωνικής οργάνωσης και όχι ως απομονωμένα αντικείμενα[27]. Αν και οι απόψεις του Τέιλορ προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις κατά την πρώτη δημοσίευσή τους, η επίδρασή τους έγινε πιο εμφανής τις επόμενες δεκαετίες[28]. Πολλές από τις βασικές του θέσεις θεωρούνται σήμερα προδρομικές της νέας αρχαιολογίας και των οικολογικών και συστημικών προσεγγίσεων που αναπτύχθηκαν από τη δεκαετία του 1960 και εξής[29]. Η έμφαση που έδωσε στη θεωρία, στη μεθοδολογική διαφάνεια και στη διατύπωση σαφών ερευνητικών ερωτημάτων συνέβαλε στη μετατόπιση της αρχαιολογίας προς μια περισσότερο αναστοχαστική και επιστημονικά προσανατολισμένη κατεύθυνση[30]. Η κληρονομιά του Τέιλορ είναι εμφανής τόσο στη θεωρητική συζήτηση όσο και στην αρχαιολογική εκπαίδευση[31]. Αν και δεν ίδρυσε σχολή με τη στενή έννοια του όρου, το έργο του λειτούργησε ως καταλύτης για την επανεξέταση των σκοπών και των ορίων της αρχαιολογικής επιστήμης[32]. Στη σύγχρονη βιβλιογραφία, αναγνωρίζεται ως μία από τις μορφές που συνέβαλαν καθοριστικά στη μετάβαση από μια περιγραφική αρχαιολογία σε μια αρχαιολογία ερμηνείας, ανάλυσης και διαλόγου με τις υπόλοιπες ανθρωπολογικές επιστήμες[33].

Εργογραφία

  • Taylor, Walter Willard Jr. (1948). A Study of Archaeology. American Anthropological Association, Menasha, Wisconsin[34].
  • Taylor, Walter Willard Jr. (1967). Theoretical Archaeology. New York: Holt, Rinehart and Winston[35].
  • Taylor, Walter Willard Jr. (1972). Conjunctive Archaeology. In: Man, Settlement and Urbanism (συλλογικός τόμος)[36].

Παραπομπές

  1. Reyman 2010, 57.
  2. Taylor 1937, 45.
  3. O'Brien and Lyman 2008, 449.
  4. Maca 2010, 243.
  5. Maca 2010, 201.
  6. O'Brien and Lyman 2008, 450.
  7. Maca 2010, 243.
  8. O'Brien and Lyman 2008, 451.
  9. O'Brien and Lyman 2008, 455.
  10. O'Brien and Lyman 2008, 452.
  11. Watson 1983, ix.
  12. Reyman 2010, 57.
  13. Maca 2010, 73.
  14. Maca 2010, 73.
  15. Reyman 2010, 58.
  16. Reyman 2010, 59.
  17. Reyman 2010, 59.
  18. Reyman 2010, 59.
  19. Reyman 2010, 59.
  20. Reyman 2010, 60.
  21. Reyman 2010, 60.
  22. Reyman 2010, 61.
  23. Reyman 2010, 62.
  24. O'Brien and Lyman 2008, 449.
  25. O'Brien and Lyman 2008, 451.
  26. Maca 2010, 201.
  27. Maca 2010, 243.
  28. O'Brien and Lyman 2008, 455.
  29. O'Brien and Lyman 2008, 456.
  30. Maca 2010, 3.
  31. Maca 2010, 3.
  32. O'Brien and Lyman 2008, 460.
  33. Maca 2010, 243.
  34. Reyman 2010, 63.
  35. Reyman 2010, 64.
  36. Reyman 2010, 65.

Βιβλιογραφία