Θεωρία συστημάτων (αρχαιολογία)

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Η διαδικασία της ανατροφοδότησης

Η θεωρία συστημάτων (systems theory) στην αρχαιολογία αντιμετωπίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες ως δυναμικές, αλληλεξαρτώμενες ολότητες, όπου παράγοντες όπως οι άνθρωποι, το φυσικό περιβάλλον, η οικονομία και τα υλικά κατάλοιπα συνθέτουν ένα πλέγμα πολύπλοκων σχέσεων. Κάθε υποσύστημα (π.χ. τεχνολογία, κοινωνική οργάνωση, περιβαλλοντική εκμετάλλευση) θεωρείται ότι επηρεάζει και επηρεάζεται από τα υπόλοιπα, δημιουργώντας αναδυόμενες ιδιότητες που δεν μπορούν να εξηγηθούν μέσω της μελέτης των μεμονωμένων στοιχείων. Η προσέγγιση αυτή, εμπνευσμένη από τη γενική θεωρία συστημάτων του Λούντβιχ βον Μπερτάλανφι, εισήχθη στην αρχαιολογία κατά τη δεκαετία του 1960 στο πλαίσιο της διαδικαστικής αρχαιολογίας (processual archaeology), η οποία επεδίωκε τη διαμόρφωση καθολικών επιστημονικών νόμων και θεωρούσε τον πολιτισμό ως προσαρμοστικό μηχανισμό που λειτουργεί σε ισορροπία με το περιβάλλον[1].

Στη σύγχρονη έρευνα, το αρχικό αυτό μοντέλο έχει εξελιχθεί προς την κατεύθυνση της θεωρίας πολύπλοκων συστημάτων (complex systems theory – CST), η οποία υπερβαίνει τις ντετερμινιστικές και γραμμικές υποθέσεις των πρώτων συστημικών προσεγγίσεων. Η CST ενσωματώνει έννοιες όπως οι μη γραμμικές δυναμικές, η αυτοοργάνωση, η εμφάνιση (emergence) και η ενσώματη ανθρώπινη δράση (agency). Έτσι, αναγνωρίζει ότι οι κοινωνίες αποτελούν ανοιχτά συστήματα που βρίσκονται σε συνεχή ροή ενέργειας, υλικών και πληροφοριών, ενώ οι μεταβολές τους δεν προκύπτουν απλώς από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά και από μικρής κλίμακας αλληλεπιδράσεις μεταξύ ατόμων και ομάδων[2].

Στο πλαίσιο της CST, ένα πολύπλοκο σύστημα ορίζεται ως «σύνολο πολλών στοιχείων που αλληλεπιδρούν με αταξία, οδηγώντας σε ισχυρή οργάνωση και μνήμη»[3]. Η έννοια της "μνήμης" εδώ παραπέμπει στην ικανότητα ενός συστήματος να ενσωματώνει προηγούμενες καταστάσεις στη μελλοντική συμπεριφορά του, μέσω υλικών, κοινωνικών ή θεσμικών συστημάτων (π.χ. αρχιτεκτονικές παραδόσεις, πρότυπα κατοίκησης, ανταλλακτικά δίκτυα). Η ισχυρή οργάνωση σηματοδοτεί ότι τα κοινωνικά συστήματα μπορούν να διατηρούν τη συνοχή τους παρά τις διακυμάνσεις, συχνά αναδιοργανώνοντας τις δομές τους με τρόπους που δεν είναι άμεσα προβλέψιμοι.

Παραδείγματα από την αρχαιολογία αναδεικνύουν τις δυνατότητες της CST. Η εξάπλωση της νεολιθικής γεωργίας στην Ευρώπη, για παράδειγμα, δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο μέσω κλιματικών ή δημογραφικών παραμέτρων. Οι μικρές αποκλίσεις στις τοπικές κοινωνικές δομές και οι ατομικές επιλογές δημιούργησαν ποικίλες διαδρομές νεολιθικοποίησης, καθώς τα συστήματα αυτοοργανώνονταν και προσαρμόζονταν. Αντίστοιχα, η ανάδυση των πρώτων αστικών μορφών στη Μεσοποταμία προκύπτει ως προϊόν πολλαπλών ανατροφοδοτήσεων μεταξύ άρδευσης, εργασιακής οργάνωσης και τεχνολογικής καινοτομίας, όπου μικρές αλλαγές (π.χ. στη διαχείριση υδάτων) είχαν εκθετικά αποτελέσματα στην κοινωνική πολυπλοκότητα. Στο προϊστορικό Αιγαίο, η εμφάνιση και εξέλιξη των μινωικών και μυκηναϊκών δικτύων ανταλλαγών δείχνει πώς η αταξία και η μεταβλητότητα στις διασυνδέσεις μεταξύ οικισμών μπορούν να οδηγήσουν σε αναδυόμενες μορφές πολιτικής συγκεντρωτικότητας –χωρίς απαραίτητα να υφίσταται κάποιος κεντρικός σχεδιασμός.

Η CST έχει επίσης εφαρμοστεί στην ερμηνεία κοινωνικών «καταρρεύσεων», δείχνοντας ότι αυτές σπάνια αποτελούν φαινόμενα εξαρτώμενα από μία και μόνο αιτία. Η κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος της Ύστερης εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο, για παράδειγμα, μπορεί να ιδωθεί ως αποτέλεσμα πολλών ταυτόχρονων πιέσεων –κλιματικών, πολιτικών, τεχνολογικών– οι οποίες, μέσα από αλυσιδωτές ανατροφοδοτήσεις, οδήγησαν σε μη γραμμική αποδόμηση των κοινωνικών δομών. Παρόμοια, η διαχρονική χρήση και μεταμόρφωση του τοπίου σε μεγάλα κέντρα όπως η Τεοτιουακάν ή η Τσιανγκ Μάι καταδεικνύει ότι ακόμα και μακροχρόνιες διαδικασίες αστικοποίησης υπόκεινται σε συνεχείς μικρομεταβολές που καθορίζουν την τελική μορφή του συστήματος.

Σε αντίθεση με παλαιότερες θεωρήσεις που τόνιζαν την ισορροπία ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό των κοινωνιών, η CST υπογραμμίζει ότι η αστάθεια, η αβεβαιότητα και η τυχαιότητα είναι εγγενή στοιχεία της κοινωνικής εξέλιξης. Η τάξη αναδύεται μέσα από την αταξία μέσω περίπλοκων βρόχων ανατροφοδότησης (feedback), στους οποίους μικρές μεταβολές μπορούν να κλιμακωθούν και να προκαλέσουν μακροκοινωνικούς μετασχηματισμούς[4] Κατά συνέπεια, η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα χρησιμοποιεί την CST για να προσεγγίσει φαινόμενα όπως η αστικοποίηση, η κατάρρευση, οι τεχνολογικές μεταβάσεις και η οργάνωση δικτύων όχι ως γραμμικές ή προδιαγεγραμμένες διαδικασίες, αλλά ως προϊόντα πολυπαραγοντικών και συχνά απρόβλεπτων αλληλεπιδράσεων.

Ιστορική ανάπτυξη της θεωρίας συστημάτων στην αρχαιολογία

Η είσοδος της θεωρίας συστημάτων στην αρχαιολογία συνδέεται στενά με την ανάπτυξη της διαδικαστικής (processual) σχολής τη δεκαετία του 1960, η οποία επιδίωξε να μετασχηματίσει την πειθαρχία σε μια αυστηρότερα επιστημονική και ερμηνευτική πρακτική. Επηρεασμένη από την πολιτισμική οικολογία, τον μαρξισμό και τις εξελίξεις στη βιολογία και την κυβερνητική, η διαδικαστική αρχαιολογία αντιμετώπισε τις ανθρώπινες κοινωνίες ως σύνθετα, αλληλεπιδρώντα συστήματα ενσωματωμένα στο περιβάλλον τους. Η κοινωνική οργάνωση, η τεχνολογία και το περιβάλλον θεωρήθηκαν αμοιβαία διαμορφούμενες μεταβλητές, επιτρέποντας την ποσοτικοποίηση πολιτισμικών διαδικασιών και την αναζήτηση νομοτελειών στην πολιτισμική αλλαγή[5].

Στα μέσα του 20ού αιώνα, η γενική θεωρία συστημάτων (General Systems Theory – GST) αποτέλεσε το θεωρητικό θεμέλιο για τις πρώτες συστηματικές εφαρμογές συστημικής σκέψης στην αρχαιολογία. Πρωτοπόροι, όπως ο Λιούις Μπίνφορντ, αξιοποίησαν τη GST προκειμένου να περιγράψουν τις κοινωνίες ως ανοιχτά συστήματα ροών ενέργειας και πληροφορίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο πολιτισμός νοήθηκε ως «εξωσωματικό μέσο προσαρμογής», ένα σύνολο πρακτικών και υλικών διεργασιών που διαμεσολαβούν στη σχέση μεταξύ ανθρώπων και περιβάλλοντος. Η συστημική προσέγγιση επέτρεψε την ανάπτυξη μοντέλων με έμφαση στη λειτουργικότητα, την ισορροπία και τους μηχανισμούς ανατροφοδότησης, που εκλαμβάνονταν ως κινητήριες δυνάμεις της πολιτισμικής σταθερότητας ή αλλαγής[6].

Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 και εξής, η GST βρέθηκε αντιμέτωπη με αυξανόμενη κριτική. Η λειτουργιστική της έμφαση συχνά οδηγούσε σε ντετερμινιστικές ερμηνείες, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της ανθρώπινης δράσης, της ιδεολογίας και της συγκυριακής ιστορικότητας. Επιπλέον, η θεωρία θεωρήθηκε ανεπαρκής ως προς την κατανόηση μη γραμμικών διεργασιών, ασταθειών και φαινομένων που χαρακτηρίζουν ανοιχτά, δυναμικά κοινωνικά συστήματα. Η μεταδιαδικαστική (post-processual) κριτική υπογράμμισε ότι η πολιτισμική αλλαγή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσω εξωτερικών περιβαλλοντικών ή τεχνολογικών παραμέτρων, αλλά απαιτεί προσοχή στις σημασίες, την ανθρώπινη διαμεσολάβηση και τη συγκείμενη εμπειρία των κοινωνικών υποκειμένων[7].

Η μετατόπιση προς τις θεωρίες της πολυπλοκότητας και τα σύνθετα συστημικά πλαίσια (Complex Systems Theory – CST) αποτέλεσε την απάντηση σε αυτές τις κριτικές. Η CST εισήγαγε έννοιες όπως η αυτοοργάνωση, οι μη γραμμικές σχέσεις, οι κρίσιμες μεταβάσεις και η ανθεκτικότητα (resilience), επιτρέποντας την αντιμετώπιση των κοινωνιών ως δυναμικών, εξελισσόμενων οντοτήτων που ανταποκρίνονται δημιουργικά σε πιέσεις και μεταβολές. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με την αυξανόμενη ευαισθησία της αρχαιολογικής θεωρίας απέναντι στον ρόλο της αβεβαιότητας, των απρόβλεπτων εξελίξεων και της ιστορικής ιδιαιτερότητας[8].

Ένα παράδειγμα εφαρμογής συστημικής σκέψης στη μακρά διάρκεια αποτελεί η θεωρία παγκόσμιων συστημάτων (World-Systems Analysis – WSA) του Immanuel Wallerstein. Αν και αρχικά αναπτύχθηκε για να εξηγήσει την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, προσαρμόστηκε και σε προβιομηχανικές ή προγραφειοκρατικές κοινωνίες. Στο αρχαιολογικό της πλαίσιο, η θεωρία αυτή χρησιμοποιείται για την ανάλυση διαπεριφερειακών αλληλεπιδράσεων, της άνισης ανταλλαγής και των ιεραρχικών σχέσεων μεταξύ «πυρήνα», «ημι-περιφέρειας» και «περιφέρειας». Η WSA επέτρεψε να εξεταστούν ενοποιημένα φαινόμενα, όπως η διάδοση τεχνολογιών, η αναδιοργάνωση των εμπορικών δικτύων και η ανάδυση πρώιμων κρατικών μορφών[9].

Στη σύγχρονη εποχή, η ψηφιακή στροφή στην αρχαιολογία ανανέωσε ριζικά τη συστημική σκέψη. Η ενσωμάτωση μεθόδων όπως η ανάλυση δικτύων, η χωρική μοντελοποίηση, προτύπων που βασίζονται στη διαμεσολάβηση (agent-based models) και υπολογιστικών μοντέλων πολυπλοκότητας ενισχύει την αντίληψη των κοινωνιών ως ανοιχτών, δυναμικών και αλληλένδετων συστημάτων. Παράλληλα, η «ψηφιακή αρχαιολογία» μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τις κλειστές, ενιαίες οντότητες σε πολυεπίπεδα, μη γραμμικά δίκτυα πληροφορίας και υλικών πρακτικών, διαμορφώνοντας νέες μορφές συστημικής ανάλυσης που αντλούν από τη θεωρία συστημάτων, χωρίς να εγκλωβίζονται στα κλασικά της σχήματα[10].

Πίνακας: Χρονολογική εξέλιξη θεωρίας συστημάτων

Πίνακας 1: Χρονολογική Εξέλιξη Θεωρίας Συστημάτων
Περίοδος Κύρια Προσέγγιση Κλειδιά Στοιχεία Παραδείγματα Ερευνητών
1950s–1960s Γενική Θεωρία Συστημάτων Προσαρμογή, ισορροπία, κλειστά συστήματα Bertalanffy, Binford
1970s–1980s Διαδικαστική Αρχαιολογία Οικονομική έμφαση, ντετερμινισμός Flannery, Renfrew
1990s–2000s Θεωρία Πολύπλοκων Συστημάτων Εμφάνιση, ανθεκτικότητα, ανοιχτά συστήματα Crumley, Gunderson
2010s–Σήμερα Ενσωμάτωση Ψηφιακών Εργαλείων Δίκτυα, μοντελοποίηση, πολυκλιμακωτή ανάλυση Davis, Huggett

Βασικές αρχές της θεωρίας πολύπλοκων συστημάτων

Βασικές αρχές της παναρχίας


Οι βασικές αρχές της Θεωρίας Πολύπλοκων Συστημάτων (Complex Systems Theory – CST) συνοψίζονται σε μια σειρά από αλληλένδετες έννοιες που περιγράφουν τη δυναμική των κοινωνικών και περιβαλλοντικών διεργασιών. Κεντρική είναι η ιδέα ότι οι κοινωνίες αποτελούν πολυδιάστατες οντότητες, αποτελούμενες από επιμέρους υποσυστήματα (οικονομικά, τεχνολογικά, πολιτικά, συμβολικά), τα οποία αλληλεπιδρούν μέσω πολλαπλών και συχνά μη γραμμικών σχέσεων. Αυτές οι αλληλεπιδράσεις παράγουν μοτίβα συμπεριφοράς που δεν είναι προβλέψιμα από τα επιμέρους στοιχεία, αντανακλώντας την αρχή της εμφάνισης (emergence). Η CST αναγνωρίζει ότι η αταξία, η αστάθεια και οι διακυμάνσεις δεν αποτελούν παρεκκλίσεις, αλλά θεμελιώδεις μηχανισμούς που μπορούν να οδηγήσουν στη διαμόρφωση νέων, υψηλότερου επιπέδου μορφών τάξης[11].

Σε αντίθεση με την γενική θεωρία συστημάτων (GST), η οποία συχνά επιδίωκε να αποκαλύψει αρχές ισορροπίας και λειτουργικής σταθερότητας, η CST δίνει προτεραιότητα στη μεταβλητότητα, τη μη γραμμικότητα και την απροβλεψιμότητα. Η φράση «η τάξη προκύπτει από την αταξία» συνοψίζει την ιδέα ότι τα πολύπλοκα συστήματα μπορούν να οργανωθούν αυθόρμητα μέσα από αλληλεπιδρώντα μοτίβα ανατροφοδότησης, ακόμη και όταν λειτουργούν μακριά από την ισορροπία. Στο πλαίσιο αυτό, η ιστορική μνήμη και οι προσαρμοστικές ικανότητες των κοινωνιών αποτελούν κρίσιμες μεταβλητές, καθώς καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα σύστημα ανταποκρίνεται σε εξωτερικές πιέσεις, περιβαλλοντικές μεταβολές και εσωτερικές εντάσεις[12].

Στα παγκόσμια συστήματα, η πολυπλοκότητα παίρνει μορφές μακρο-κλίμακας. Η ανάλυση παγκόσμιων συστημάτων (World-Systems Analysis) τα ορίζει ως ιστορικά συνεκτικές ενότητες με καταμερισμό εργασίας, κυκλοφορία πόρων και διασυνδεδεμένες οικονομικές και πολιτισμικές πρακτικές. Εντός τέτοιων συστημάτων αναγνωρίζονται δύο βασικές μορφές οργάνωσης, η διαφοροποίηση, όπου οι περιοχές συμμετέχουν σε σχετικά ισότιμες ανταλλαγές και η ιεραρχία, όπου οι σχέσεις πυρήνα-περιφέρειας παράγουν άνιση ανάπτυξη και ασύμμετρες εξαρτήσεις. Αυτές οι δυναμικές δεν είναι στατικές αλλά μεταβάλλονται μέσα από ιστορικούς κύκλους επέκτασης, συστολής και αναδιοργάνωσης[13].

Η θεωρία της παναρχίας προσφέρει ένα ακόμη πιο ευέλικτο εννοιολογικό πλαίσιο για τη μελέτη πολυεπίπεδων, ιεραρχημένων συστημάτων. Βασίζεται στην ιδέα ότι τα κοινωνικο-οικολογικά συστήματα οργανώνονται σε «προσαρμοστικούς κύκλους» που περιλαμβάνουν φάσεις ανάπτυξης, διατήρησης, απελευθέρωσης και αναδιοργάνωσης. Αυτοί οι κύκλοι λειτουργούν σε πολλαπλές κλίμακες — από το τοπικό ως το παγκόσμιο επίπεδο— και συνδέονται μεταξύ τους μέσω σχέσεων που επιτρέπουν στη μεταβολή μιας κλίμακας να επηρεάζει τις άλλες. Η παναρχία τονίζει ότι η ανθεκτικότητα (resilience) και η ευθραυστότητα δεν είναι μόνο ιδιότητες ενός επιπέδου, αλλά προϊόντα αλληλεπιδράσεων[14].

Στον χώρο της ψηφιακής αρχαιολογίας, η συστημική σκέψη επαναπροσδιορίζεται μέσω των δυνατοτήτων που προσφέρουν τα ψηφιακά εργαλεία και οι υπολογιστικές μέθοδοι. Στο αρχικό στάδιο, τα ψηφιακά συστήματα λειτουργούν ως κλειστές υποδομές —περιορισμένα σύνολα δεδομένων, λογισμικών και μεθοδολογικών πρωτοκόλλων. Με την αυξανόμενη διασυνδεσιμότητα, την ανοιχτή πρόσβαση και την ενσωμάτωση πλατφορμών συνεργασίας, αυτά τα συστήματα μετασχηματίζονται σε ανοιχτά δίκτυα παραγωγής και ανταλλαγής γνώσης. Ο μετασχηματισμός αυτός αντικατοπτρίζει τις αρχές της CST, όπου τα συστήματα εξελίσσονται σε πιο πολύπλοκες και διαφανείς μορφές καθώς αυξάνεται η ροή δεδομένων, η συμμετοχή και η προσβασιμότητα[15]

Εφαρμογές της θεωρίας συστημάτων στην αρχαιολογία

Η θεωρία σύνθετων συστημάτων (CST) έχει αναδειχθεί σε κεντρικό αναλυτικό πλαίσιο για την αρχαιολογική έρευνα, καθώς επιτρέπει τη μοντελοποίηση κοινωνιών ως δυναμικών, πολύ-επίπεδων και αλληλεπιδρώντων συστημάτων. Εφαρμόζεται σε αναλύσεις ανθεκτικότητας, κυκλικών μοτίβων κοινωνικής εξέλιξης, μεταβαλλόμενων συνθηκών προσαρμογής και διασυνδέσεων ανάμεσα σε τοπικές και υπερτοπικές κλίμακες.

Κύκλοι κοινωνικής εξέλιξης και (d)evolution

Η CST χρησιμοποιείται για την κατανόηση των μη γραμμικών κύκλων ανάπτυξης και κατάρρευσης κοινωνιών, όπως η διαμόρφωση, κρίση και αναδιοργάνωση κρατικών μορφωμάτων. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει τη μελέτη σύνθετων αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε δημογραφικές πιέσεις, ενεργειακές στρατηγικές, πολιτικές ιεραρχίες και περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Έτσι, η διαδικασία σχηματισμού κρατών δεν αντιμετωπίζεται ως ευθύγραμμη "εξέλιξη", αλλά ως αποτέλεσμα συνδυαστικών ουδών (thresholds) που πυροδοτούν μετατοπίσεις συστημικής κλίμακας. [16]

Τέτοια μοντέλα μπορούν να συσχετίσουν μεταβολές στην πληθυσμιακή πυκνότητα με τη δημιουργία ιεραρχιών, τη μετατόπιση κέντρων εξουσίας και την εμφάνιση νέων μορφών κοινωνικής διαφοροποίησης.

Ανθεκτικότητα και συν-εξέλιξη ανθρώπινων–περιβαλλοντικών συστημάτων

Στην αρχαιολογική οικολογία, η CST προσφέρει εργαλεία για τη μελέτη της ανθεκτικότητας (resilience) των κοινωνιών σε περιβαλλοντικές πιέσεις και κλιματικές διακυμάνσεις. Η έμφαση δίνεται όχι μόνο στην προσαρμογή αλλά και στη συν-εξέλιξη (co-evolution) κοινωνικών και οικολογικών συστημάτων, προσεγγίζοντας το περιβάλλον ως ενεργό παράγοντα και όχι ως παθητικό πλαίσιο.

Αρχαιολογικά παραδείγματα περιλαμβάνουν την ανάλυση τοπικών στρατηγικών διαχείρισης πόρων—όπως αρδευτικά συστήματα, ρυθμίσεις καλλιεργητικών κύκλων ή εδαφική αναδιοργάνωση—που συνέβαλαν στη μετρίαση των επιπτώσεων κλιματικών διαταραχών και αύξησαν την προσαρμοστική ικανότητα των κοινοτήτων. [17]

Εφαρμογές της WSA (World-Systems Analysis) στην προϊστορία και ιστορική αρχαιολογία

Η ανάλυση παγκόσμιων συστημάτων (WSA) έχει προσαρμοστεί στην αρχαιολογία για την κατανόηση μακρο-κλιμακικών δικτύων, κυκλοφοριών και ανταλλαγών. Στην ευρωπαϊκή προϊστορία, η WSA εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η κυκλοφορία μετάλλων, τεχνολογιών και συμβολικών πρακτικών διαμόρφωσε πολυκεντρικά δίκτυα, όπου οι περιφέρειες δεν ήταν παθητικοί δέκτες αλλά δρώντες παράγοντες που διαπραγματεύονταν τη θέση τους στο σύστημα[18].

Στη Μεσοαμερική, η εφαρμογή της WSA υποδεικνύει ότι η ενσωμάτωση σε ευρύτερα δίκτυα ήταν μια συνεχής διαδικασία, στην οποία οι μη-κρατικές και τοπικές κοινωνίες διαδραμάτιζαν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση εμπορικών και πολιτικών σχέσεων, αποφεύγοντας το κλασικό δυαδικό σχήμα «πυρήνας–περιφέρεια»[19].

Ψηφιακά συστήματα και συστημική ολοκλήρωση της αρχαιολογίας

Με την ψηφιακή στροφή της αρχαιολογίας, η CST προσφέρει πλαίσιο για την κατανόηση της ολοκλήρωσης εργαλείων, δεδομένων και δικτύων. Η κοινότητα της CAA (Computer Applications in Archaeology) λειτουργεί ως δείκτης συστημικής σύγκλισης, καθώς αναλύεται η αύξηση διαλειτουργικότητας ψηφιακών μεθόδων (GIS, agent-based modelling, αναλυτικά δίκτυα, μηχανική μάθηση).

Οι αυξανόμενες παραπομπές και η επικάλυψη δημοσιεύσεων δείχνουν ότι η ψηφιακή αρχαιολογία εξελίσσεται ως "ανοιχτό σύστημα", όπου πολλαπλές ροές δεδομένων και εργαλείων συνδέουν μεταξύ τους διαφορετικές υπο-κοινότητες, επιταχύνοντας τη συλλογική παραγωγή γνώσης[20]

Πίνακας: Εφαρμογές

Εφαρμογή Περιγραφή Παραδείγματα Αρχαιολογικών Περιοχών Πηγή
Ανθεκτικότητα Συν-εξέλιξη κοινωνικών-οικολογικών συστημάτων Μεσοαμερική, Ασία Davis 2023, 29-30
Παγκόσμια Συστήματα Ιεραρχίες πυρήνα-περιφέρειας Ευρώπη Bronze Age, Μεσοαμερική Hall et al. 2011, 246-250
Ψηφιακή Ολοκλήρωση Ανοιχτά δίκτυα παραπομπών CAA κοινότητα Huggett 2024, 328
Κύκλοι Εξέλιξης Κατάρρευση και αναδιοργάνωση Αρχαίες πολιτείες Davis 2023, 22

Οι πρωτοπόροι

Ο Λιούις Μπίνφορντ (Lewis Binford) έθεσε το ζήτημα της συστημικής θεωρίας στο New Perspectives in Archaeology, (Νέες προοπτικές στην αρχαιολογία) καθορίζοντας μάλιστα ένα corpus εννοιών συστηματοποιημένο σε τρεις θεωρίες: την Κατώτερη θεωρία, τη Μέση θεωρία και την Ανώτερη θεωρία[21]. Η Κατώτερη θεωρία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία μιας ιδιαίτερης όψης ενός πολιτισμού, π.χ. γεωργία κατά την ελληνική χαλκολιθική περίοδο. Η Μέση θεωρία περιγράφει οποιοδήποτε πολιτισμικό σύστημα πέρα από τα ιδιαίτερα πολιτισμικά του συμφραζόμενα, π.χ. η αρχαιολογία της γεωργίας εν γένει. Η Ανώτερη θεωρία ερμηνεύει οποιοδήποτε πολιτισμικό σύστημα, ανεξάρτητα από τη φύση των μεταβλητών του.

Ο αρχαιολόγος Κεντ Φλάνερι (Kent Flannery) πρωτοπόρησε σε αυτό το πεδίο με τη μελέτη του Archaeological Systems Theory and Early Mesoamerica (Αρχαιολογική συστημική θεωρία και πρώιμη Μεσοαμερική)[22]. Η συστημική θεωρία επέτρεψε στους αρχαιολόγους να διαχειρίζονται το αρχαιολογικό αρχείο με έναν εντελώς νέο τρόπο, αποδομώντας το στα βασικά πολιτισμικά του στοιχεία [23]. Ο πολιτισμός είναι έννοια υποκειμενική, αλλά όταν τον διαχειρίζεται κανείς με τρόπο μαθηματικό, τότε τα αποτελέσματα είναι αναντίρρητα αντικειμενικά και αποτρέπουν οποιαδήποτε μορφή προκατάληψης, εκτός και αν υπάρχει πρόβλημα στην ίδια τη συστημική θεωρία [24].

Προβληματισμοί

Βέβαια οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν πως τις περισσότερες φορές δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσουν τη συστημική θεωρία με αυστηρά μαθηματικό τρόπο. Παρόλο που παρείχε το κατάλληλο πλαίσιο για την περιγραφή των αλληλεπιδράσεων με όρους τύπων ανατροφοδότησης μέσα στο σύστημα, σπάνια υπήρχαν όλες οι ποσοτικές αξίες που απαιτεί η συστημική θεωρία στην πλήρη μορφή της, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Φλάνερι[25]. Μακροσκοπικά η συστημική θεωρία ήταν λιγότερο χρήσιμη για την ερμηνεία της αλλαγής και περισσότερο για την περιγραφή της[26]. Η ελπίδα πως με την συστημική θεωρία θα ήταν δυνατόν να ερμηνευθεί ένα μεγάλο μέρος των πολιτισμικών κανονικοτήτων, ιδαίτερα στα πρώιμα στάδια της Διαδικαστικής Αρχαιολογίας αποδείχθηκε μάλλον υπεραισιόδοξη[27]. Παρά τους παραπάνω προβληματισμούς, η συστημική θεωρία χρησιμοποιείται ακόμη για την περιγραφή των αλληλεπιδράσεων των μεταβλητών ενός πολιτισμικού συστήματος.

Αν μη τι άλλο η χρήση της συγκεκριμένης θεωρίας υπήρξε σημαντικό βήμα για την εμφάνιση της Νέας Αρχαιολογίας και πρόκληση για την πολιτισμική-ιστορική ερμηνευτική μέθοδο. Ήταν μια "απόδειξη" ότι η αρχαιολογία μπορούσε να είναι επιστημονική και αντικειμενική ως προς την ερμηνεία των ευρημάτων της, αποφεύγοντας τις παγίδες των υποκειμενικών θεωρήσεων.

Παραπομπές

  1. Shanks 2008, 133.
  2. Davis 2023, 3.
  3. Davis 2023, 3.
  4. Davis 2023, 6.
  5. Davis 2023, 7-10.
  6. Shanks 2008, 133.
  7. Davis 2023, 9-10.
  8. Shanks 2008, 133.
  9. Hall et al. 2011, 234-236.
  10. Huggett 2024, 325-326.
  11. Davis 2023, 3-5.
  12. Davis 2023, 6.
  13. Hall et al. 2011, 235, 241.
  14. Davis 2023, 11-13.
  15. Huggett 2024, 326-327.
  16. Davis 2023, 17–22.
  17. Davis 2023, 29.
  18. Hall et al. 2011, 246–250.
  19. Hall et al. 2011, 240.
  20. Huggett 2024, 322–324.
  21. Binford 1968, 1.
  22. Flannery 1968, 67.
  23. Preucel 2006, 96
  24. Renfrew 2005, 194
  25. Flannery 1968, 85
  26. Trigger 1989, 315
  27. Trigger 1989, 316

Βιβλιογραφία

index.php?title=Κατηγορία:Συστήματα index.php?title=Κατηγορία:Αρχαιολογία