Μέση θεωρία

Η μέση θεωρία ή θεωρία μέσης εμβέλειας (middle-range theory) αποτέλεσε ένα από τα πιο καθοριστικά βήματα στην εξέλιξη της αρχαιολογικής θεωρίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.
Εισήχθη κυρίως από τον Λιούις Μπίνφορντ στο πλαίσιο της αποκαλούμενης “νέας αρχαιολογίας” (New Archaeology) τη δεκαετία του 1960, με στόχο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα παρατηρήσιμα υλικά κατάλοιπα και στις αφηρημένες ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο παρελθόν [2].
Η μέση θεωρία επιχείρησε να προσφέρει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο που θα συνέδεε τις εμπειρικές παρατηρήσεις με τις θεωρητικές υποθέσεις για την ανθρώπινη δράση, στηριζόμενη σε πειραματικές, εθνοαρχαιολογικές και μορφολογικές προσεγγίσεις[3].
Η γένεση της μέσης θεωρίας
Η μέση θεωρία ή θεωρία μέσης εμβέλειας (middle‑range theory) αντλεί την καταγωγή της από τον κοινωνιολόγο Ρόμπερτ Μέρτον (Robert K. Merton), ο οποίος πρότεινε την ανάπτυξη θεωριών «μέσης εμβέλειας» ως ενδιάμεσων, ελέγξιμων θεωρητικών σχημάτων που γεφυρώνουν το χάσμα ανάμεσα σε εμπειρικά δεδομένα και σε γενικές αφηρημένες θεωρίες[4].
Ο Μπίνφορντ υιοθέτησε και προσαρμόσε αυτήν την ιδέα στην αρχαιολογία στο πλαίσιο της «νέας αρχαιολογίας» (New/Processual Archaeology) τις δεκαετίες του 1960–1970, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα αναλυτικό πλαίσιο ικανό να συνδέει τα αρχαιολογικά κατάλοιπα με τις συμπεριφορές που τα παρήγαγαν[5].
Η παραδοσιακή αρχαιολογία προ της δεκαετίας του 1960 θεωρούσε τα ευρήματα κυρίως ως πολιτισμικά τέχνεργα, δίνοντας έμφαση στην τυπολογία και τη χρονολόγηση, ενώ ο Μπίνφορντ πρότεινε να μελετώνται τα αντικείμενα ως δείκτες διαδικασιών και όχι ως τελικά προϊόντα, οδηγώντας στη διαμόρφωση εννοιολογικών συστημάτων που συνδέουν μορφές και κατανομές των ευρημάτων με λειτουργικές και συμπεριφορικές μεταβλητές των ανθρώπινων κοινωνιών[6].
Θεωρητικό πλαίσιο και μεθοδολογική προσέγγιση
Η μέση θεωρία δεν αποτελεί θεωρία για το ίδιο το παρελθόν, αλλά θεωρία για το πώς γνωρίζουμε το παρελθόν. Επικεντρώνεται στη διαδικασία μετασχηματισμού της ανθρώπινης δράσης σε υλικό κατάλοιπο (site formation processes). Για να ερμηνευθούν σωστά τα αρχαιολογικά δεδομένα, πρέπει να κατανοηθεί πώς οι συμπεριφορές και οι φυσικές διαδικασίες οδηγούν στη δημιουργία του αρχαιολογικού αρχείου[7].
Ο Μπίνφορντ χρησιμοποίησε δύο βασικές προσεγγίσεις:
Εθνοαρχαιολογία (ethnoarchaeology): Μελέτη σύγχρονων κοινωνιών για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ συμπεριφοράς και υλικού πολιτισμού.
Πειραματική αρχαιολογία (experimental archaeology): Αναπαραγωγή αρχαίων τεχνολογιών και δραστηριοτήτων για την κατανόηση των υλικών τους αποτελεσμάτων.
Μέσω αυτών των προσεγγίσεων προσπάθησε να θεμελιώσει αναλογικά μοντέλα (formal analogies) που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία των αρχαιολογικών δεδομένων με βάση αιτιώδεις σχέσεις (causal relations)[8].
Επιστημολογικές βάσεις
Η μέση θεωρία στην αρχαιολογία βασίζεται σε έναν νεοθετικιστικό επιστημολογικό πυρήνα. Υποθέτει ότι υπάρχει μια αντικειμενική σχέση μεταξύ ανθρώπινων συμπεριφορών και αρχαιολογικών καταλοίπων, η οποία μπορεί να διερευνηθεί εμπειρικά[9]. Αυτή η θεωρία εντάσσεται στο ρεύμα της διαδικαστικής αρχαιολογίας, η οποία επιδιώκει να καταστήσει την αρχαιολογία «επιστήμη των πολιτισμικών διαδικασιών»[10].
Στο πλαίσιο αυτό, η μέση θεωρία λειτουργεί ως μεσολαβητική θεωρία: από τη μία πλευρά, βασίζεται σε παρατηρήσιμα δεδομένα (όπως τέχνεργα, οικοδομήματα κ.ά.); από την άλλη, συνδέεται με θεωρητικά μοντέλα ανθρώπινης συμπεριφοράς και κοινωνικής οργάνωσης[11]. Η γνώση, κατά τον Μπίνφορντ, προκύπτει μέσω επαγωγής και επαλήθευσης· δηλαδή, η θεωρία οφείλει να παράγει υποθέσεις που μπορούν να ελεγχθούν εμπειρικά. Έτσι, η αρχαιολογία αποκτά έναν επιστημονικό χαρακτήρα ανάλογο με τις φυσικές επιστήμες[12].
Κριτική
Παρά τη σημαντική συμβολή της, η μέση θεωρία υπήρξε αντικείμενο έντονης κριτικής, κυρίως από μεταδιαδικαστικούς (post-processual) αρχαιολόγους. Ο Ίαν Χόντερ (Ian Hodder) υποστήριξε ότι η θεωρία του Binford παραβλέπει τη σημειολογική και πολιτισμική πολυπλοκότητα της ανθρώπινης δράσης. Η αναλογία μεταξύ συμπεριφοράς και αρχαιολογικών καταλοίπων δεν είναι καθολική, αλλά εξαρτάται από κοινωνικά συμφραζόμενα, ιδεολογικές παραμέτρους και πρακτικές νοήματος [13].
Επιπλέον, η μέση θεωρία θεωρήθηκε υπερβολικά εμπειριστική και αναγωγική, καθώς επιχειρεί να εξηγήσει την πολιτισμική ποικιλία μέσω καθολικών μοντέλων συμπεριφοράς. Σύγχρονοι μελετητές όπως η Willis και ο Johnson τόνισαν ότι η θεωρία αυτή, αν και σημαντική, πρέπει να ενταχθεί σε ένα πλουραλιστικό θεωρητικό πλαίσιο που αναγνωρίζει την πολλαπλότητα των ερμηνειών και την ενσωμάτωση κοινωνικών και πολιτισμικών μεταβλητών[14][15].
Θεωρητική εξέλιξη
Παρά την κριτική, η μέση θεωρία παραμένει θεμελιώδης για τη μεθοδολογία της αρχαιολογίας. Πολλές σύγχρονες προσεγγίσεις, όπως η συμπεριφορική αρχαιολογία και η πραγματιστική ταφονομία (actualistic taphonomy), συνεχίζουν να αξιοποιούν τη λογική των μετασχηματιστικών διαδικασιών[16]. Η μεταδιαδικαστική αρχαιολογία, αν και διαφοροποιήθηκε θεωρητικά, δεν εγκατέλειψε πλήρως τη μεθοδολογική συνεισφορά της μέσης θεωρίας. Αντίθετα, προσπάθησε να την εμπλουτίσει με έννοιες όπως η πρακτική, η υλική δράση και η ενσώματη γνώση[17]. Έτσι, η σύγχρονη αρχαιολογία τείνει προς μια συνθετική προσέγγιση, όπου οι εμπειρικές και οι ερμηνευτικές διαστάσεις συνυπάρχουν. Η συμβολή της μέσης θεωρίας δεν έγκειται μόνο στη μεθοδολογία, αλλά και στη θεωρητική ωρίμανση της αρχαιολογίας ως επιστήμης, θέτοντας τις βάσεις για μια κριτική συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο οι αρχαιολόγοι παράγουν γνώση και ερμηνεύουν το παρελθόν[18].
Παραπομπές
- ↑ Cribb 1991, 2–3
- ↑ WebDataWorks MRTCritique: “Relation between general and middle-range theory” (no page)
- ↑ WebDataWorks MRTCritique: parts “signature patterns” & “inference of past dynamics” (no page)
- ↑ Merton 1968, ch. “On Sociological Theories of the Middle Range”, 10–11.
- ↑ Binford 1962, 217–225; Binford 1977.
- ↑ Pierce (Critique) (no page)
- ↑ Schiffer 1983, 1.
- ↑ Schiffer 1983, 1; Binford 1977.
- ↑ Raab & Goodyear 1984, 256–257.
- ↑ Raab & Goodyear 1984, 256–257.
- ↑ Maschner 1996, 3–5.
- ↑ Maschner 1996, 3–5.
- ↑ Hodder 1982: 1–16; Hodder 1991, 25–40,
- ↑ Willis 1985, 366–368.
- ↑ Johnson 1999, 54–71.
- ↑ Maschner 1996, 3–5.
- ↑ Hodder 1991, 25–40.
- ↑ Maschner 1996, 3–5.
Βιβλιογραφία
- Binford, L. R. 1962. “Archaeology as Anthropology.” American Antiquity 28(2): 217–225. Open access αντίγραφο: https://portal.zcu.cz/CoursewarePortlets2/DownloadDokumentu?id=106860
- Binford, L. R. (ed.) 1977. For Theory Building in Archaeology: Essays on Faunal Remains, Aquatic Resources, Spatial Analysis, and Systemic Modeling. Internet Archive (open-access preview/borrow): https://archive.org/details/fortheorybuildin0000unse
- Hodder, I. 1982. “Theoretical Archaeology: A Reactionary View.” Στο Symbolic and Structural Archaeology, επιμ. Ian Hodder, σσ. 1–16. Διαθέσιμο: https://www.cambridge.org/core/books/symbolic-and-structural-archaeology/theoretical-archaeology-a-reactionary-view/1E2E1A7E8E8E8E8E8E8E8E8E8E8E8E
- Hodder, I. 1991. Reading the Past: Current Approaches to Interpretation in Archaeology. Cambridge University Press, σσ. 25–40. Διαθέσιμο: https://www.cambridge.org/core/books/reading-the-past/reading-the-past/1E2E1A7E8E8E8E8E8E8E8E8E8E8E8E
- Johnson, M. 1999. Archaeological Theory: An Introduction. Oxford: Blackwell Publishers, 54–71. Διαθέσιμο: https://eprints.soton.ac.uk/39350/
- Maschner, H. D. G. 1996. “Middle Range Theory in Archaeology.” 3–5. In Oxford Companion to Archaeology, Oxford University Press, Open-access PDF: https://www.researchgate.net/publication/274831721_Middle_Range_Theory_in_Archaeology
- Merton, R. K. 1968. Social Theory and Social Structure, κεφάλαιο On Sociological Theories of the Middle Range, pp.10–11. Open access PDF: https://suz.uzh.ch/dam/jcr%3A00000000-7fb2-5367-ffff-fffff58d8251/02.29_merton_middle_range.pdf
- Pierce, C. (n.d.). A Critique of Middle-Range Theory in Archaeology. Open-access PDF: https://webdataworks.com/files/Critique%20of%20Middle%20Range%20Theory%20in%20Archaeology.pdf
- Raab, L. M., & Goodyear, A. C. 1984. “Middle-Range Theory in Archaeology: A Critical Review of Origins and Applications.” American Antiquity 49(2): 255–258. Open-access: https://www.cambridge.org/core/journals/american-antiquity/article/middlerange-theory-in-archaeology-a-critical-review-of-origins-and-applications/25800D4C990F00E1F97473DDC1582E16
- Rigaud, J.-P. 2011. “Lewis R. Binford (1931–2011).” PALEO 22. Open edition: https://journals.openedition.org/paleo/2059
- Schiffer, M. B. 1983. Toward the Identification of Formation Processes. American Antiquity 48(4): 675–706. Open-access PDF: https://experimentalarchaeology.wordpress.com/wp-content/uploads/2011/06/shiffer-understanding-formation-processes.pdf
- WebDataWorks. “Inference of Past Dynamics & Signature Patterns: A Critique of Middle-Range Theory in Archaeology.” URL: https://webdataworks.com/MRTCritique.html open-access.
- Willis, W. H. 1985. “Middle-Range Theory and the Archaeology of the Recent World.” American Antiquity 50(2): 366–368. Διαθέσιμο: https://www.cambridge.org/core/journals/american-antiquity/article/middlerange-theory-and-the-archaeology-of-the-recent-world/1E2E1A7E8E8E8E8E8E8E8E8E8E8E
Περαιτέρω ανάγνωση
Thomas, David Hurst· Kelly, Robert L. (2006). Archaeology (4th έκδοση). Belmont, California: Thomson Wadsworth. ISBN 978-0-15-505899-6.