Θεωρία συστημάτων (αρχαιολογία)
Η θεωρία συστημάτων (systems theory) στην αρχαιολογία αντιμετωπίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες ως δυναμικές, αλληλεξαρτώμενες ολότητες, όπου παράγοντες όπως οι άνθρωποι, το φυσικό περιβάλλον, η οικονομία και τα υλικά κατάλοιπα συνθέτουν ένα πλέγμα πολύπλοκων σχέσεων. Κάθε υποσύστημα (π.χ. τεχνολογία, κοινωνική οργάνωση, περιβαλλοντική εκμετάλλευση) θεωρείται ότι επηρεάζει και επηρεάζεται από τα υπόλοιπα, δημιουργώντας αναδυόμενες ιδιότητες που δεν μπορούν να εξηγηθούν μέσω της μελέτης των μεμονωμένων στοιχείων. Η προσέγγιση αυτή, εμπνευσμένη από τη γενική θεωρία συστημάτων του Λούντβιχ βον Μπερτάλανφι, εισήχθη στην αρχαιολογία κατά τη δεκαετία του 1960 στο πλαίσιο της διαδικαστικής αρχαιολογίας (processual archaeology), η οποία επεδίωκε τη διαμόρφωση καθολικών επιστημονικών νόμων και θεωρούσε τον πολιτισμό ως προσαρμοστικό μηχανισμό που λειτουργεί σε ισορροπία με το περιβάλλον[1].
Στη σύγχρονη έρευνα, το αρχικό αυτό μοντέλο έχει εξελιχθεί προς την κατεύθυνση της θεωρίας πολύπλοκων συστημάτων (complex systems theory – CST), η οποία υπερβαίνει τις ντετερμινιστικές και γραμμικές υποθέσεις των πρώτων συστημικών προσεγγίσεων. Η CST ενσωματώνει έννοιες όπως οι μη γραμμικές δυναμικές, η αυτοοργάνωση, η εμφάνιση (emergence) και η ενσώματη ανθρώπινη δράση (agency). Έτσι, αναγνωρίζει ότι οι κοινωνίες αποτελούν ανοιχτά συστήματα που βρίσκονται σε συνεχή ροή ενέργειας, υλικών και πληροφοριών, ενώ οι μεταβολές τους δεν προκύπτουν απλώς από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά και από μικρής κλίμακας αλληλεπιδράσεις μεταξύ ατόμων και ομάδων[2].
Στο πλαίσιο της CST, ένα πολύπλοκο σύστημα ορίζεται ως «σύνολο πολλών στοιχείων που αλληλεπιδρούν με αταξία, οδηγώντας σε ισχυρή οργάνωση και μνήμη»[3]. Η έννοια της "μνήμης" εδώ παραπέμπει στην ικανότητα ενός συστήματος να ενσωματώνει προηγούμενες καταστάσεις στη μελλοντική συμπεριφορά του, μέσω υλικών, κοινωνικών ή θεσμικών συστημάτων (π.χ. αρχιτεκτονικές παραδόσεις, πρότυπα κατοίκησης, ανταλλακτικά δίκτυα). Η ισχυρή οργάνωση σηματοδοτεί ότι τα κοινωνικά συστήματα μπορούν να διατηρούν τη συνοχή τους παρά τις διακυμάνσεις, συχνά αναδιοργανώνοντας τις δομές τους με τρόπους που δεν είναι άμεσα προβλέψιμοι.
Παραδείγματα από την αρχαιολογία αναδεικνύουν τις δυνατότητες της CST. Η εξάπλωση της νεολιθικής γεωργίας στην Ευρώπη, για παράδειγμα, δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο μέσω κλιματικών ή δημογραφικών παραμέτρων. Οι μικρές αποκλίσεις στις τοπικές κοινωνικές δομές και οι ατομικές επιλογές δημιούργησαν ποικίλες διαδρομές νεολιθικοποίησης, καθώς τα συστήματα αυτοοργανώνονταν και προσαρμόζονταν. Αντίστοιχα, η ανάδυση των πρώτων αστικών μορφών στη Μεσοποταμία προκύπτει ως προϊόν πολλαπλών ανατροφοδοτήσεων μεταξύ άρδευσης, εργασιακής οργάνωσης και τεχνολογικής καινοτομίας, όπου μικρές αλλαγές (π.χ. στη διαχείριση υδάτων) είχαν εκθετικά αποτελέσματα στην κοινωνική πολυπλοκότητα. Στο προϊστορικό Αιγαίο, η εμφάνιση και εξέλιξη των μινωικών και μυκηναϊκών δικτύων ανταλλαγών δείχνει πώς η αταξία και η μεταβλητότητα στις διασυνδέσεις μεταξύ οικισμών μπορούν να οδηγήσουν σε αναδυόμενες μορφές πολιτικής συγκεντρωτικότητας –χωρίς απαραίτητα να υφίσταται κάποιος κεντρικός σχεδιασμός.
Η CST έχει επίσης εφαρμοστεί στην ερμηνεία κοινωνικών «καταρρεύσεων», δείχνοντας ότι αυτές σπάνια αποτελούν φαινόμενα εξαρτώμενα από μία και μόνο αιτία. Η κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος της Ύστερης εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο, για παράδειγμα, μπορεί να ιδωθεί ως αποτέλεσμα πολλών ταυτόχρονων πιέσεων –κλιματικών, πολιτικών, τεχνολογικών– οι οποίες, μέσα από αλυσιδωτές ανατροφοδοτήσεις, οδήγησαν σε μη γραμμική αποδόμηση των κοινωνικών δομών. Παρόμοια, η διαχρονική χρήση και μεταμόρφωση του τοπίου σε μεγάλα κέντρα όπως η Τεοτιουακάν ή η Τσιανγκ Μάι καταδεικνύει ότι ακόμα και μακροχρόνιες διαδικασίες αστικοποίησης υπόκεινται σε συνεχείς μικρομεταβολές που καθορίζουν την τελική μορφή του συστήματος.
Σε αντίθεση με παλαιότερες θεωρήσεις που τόνιζαν την ισορροπία ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό των κοινωνιών, η CST υπογραμμίζει ότι η αστάθεια, η αβεβαιότητα και η τυχαιότητα είναι εγγενή στοιχεία της κοινωνικής εξέλιξης. Η τάξη αναδύεται μέσα από την αταξία μέσω περίπλοκων βρόχων ανατροφοδότησης (feedback), στους οποίους μικρές μεταβολές μπορούν να κλιμακωθούν και να προκαλέσουν μακροκοινωνικούς μετασχηματισμούς[4] Κατά συνέπεια, η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα χρησιμοποιεί την CST για να προσεγγίσει φαινόμενα όπως η αστικοποίηση, η κατάρρευση, οι τεχνολογικές μεταβάσεις και η οργάνωση δικτύων όχι ως γραμμικές ή προδιαγεγραμμένες διαδικασίες, αλλά ως προϊόντα πολυπαραγοντικών και συχνά απρόβλεπτων αλληλεπιδράσεων.
Ιστορική ανάπτυξη της θεωρίας συστημάτων στην αρχαιολογία
Η είσοδος της θεωρίας συστημάτων στην αρχαιολογία συνδέεται στενά με την ανάπτυξη της διαδικαστικής (processual) σχολής τη δεκαετία του 1960, η οποία επιδίωξε να μετασχηματίσει την πειθαρχία σε μια αυστηρότερα επιστημονική και ερμηνευτική πρακτική. Επηρεασμένη από την πολιτισμική οικολογία, τον μαρξισμό και τις εξελίξεις στη βιολογία και την κυβερνητική, η διαδικαστική αρχαιολογία αντιμετώπισε τις ανθρώπινες κοινωνίες ως σύνθετα, αλληλεπιδρώντα συστήματα ενσωματωμένα στο περιβάλλον τους. Η κοινωνική οργάνωση, η τεχνολογία και το περιβάλλον θεωρήθηκαν αμοιβαία διαμορφούμενες μεταβλητές, επιτρέποντας την ποσοτικοποίηση πολιτισμικών διαδικασιών και την αναζήτηση νομοτελειών στην πολιτισμική αλλαγή[5].
Στα μέσα του 20ού αιώνα, η γενική θεωρία συστημάτων (General Systems Theory – GST) αποτέλεσε το θεωρητικό θεμέλιο για τις πρώτες συστηματικές εφαρμογές συστημικής σκέψης στην αρχαιολογία. Πρωτοπόροι, όπως ο Λιούις Μπίνφορντ, αξιοποίησαν τη GST προκειμένου να περιγράψουν τις κοινωνίες ως ανοιχτά συστήματα ροών ενέργειας και πληροφορίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο πολιτισμός νοήθηκε ως «εξωσωματικό μέσο προσαρμογής», ένα σύνολο πρακτικών και υλικών διεργασιών που διαμεσολαβούν στη σχέση μεταξύ ανθρώπων και περιβάλλοντος. Η συστημική προσέγγιση επέτρεψε την ανάπτυξη μοντέλων με έμφαση στη λειτουργικότητα, την ισορροπία και τους μηχανισμούς ανατροφοδότησης, που εκλαμβάνονταν ως κινητήριες δυνάμεις της πολιτισμικής σταθερότητας ή αλλαγής[6].
Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 και εξής, η GST βρέθηκε αντιμέτωπη με αυξανόμενη κριτική. Η λειτουργιστική της έμφαση συχνά οδηγούσε σε ντετερμινιστικές ερμηνείες, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της ανθρώπινης δράσης, της ιδεολογίας και της συγκυριακής ιστορικότητας. Επιπλέον, η θεωρία θεωρήθηκε ανεπαρκής ως προς την κατανόηση μη γραμμικών διεργασιών, ασταθειών και φαινομένων που χαρακτηρίζουν ανοιχτά, δυναμικά κοινωνικά συστήματα. Η μεταδιαδικαστική (post-processual) κριτική υπογράμμισε ότι η πολιτισμική αλλαγή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσω εξωτερικών περιβαλλοντικών ή τεχνολογικών παραμέτρων, αλλά απαιτεί προσοχή στις σημασίες, την ανθρώπινη διαμεσολάβηση και τη συγκείμενη εμπειρία των κοινωνικών υποκειμένων[7].
Η μετατόπιση προς τις θεωρίες της πολυπλοκότητας και τα σύνθετα συστημικά πλαίσια (Complex Systems Theory – CST) αποτέλεσε την απάντηση σε αυτές τις κριτικές. Η CST εισήγαγε έννοιες όπως η αυτοοργάνωση, οι μη γραμμικές σχέσεις, οι κρίσιμες μεταβάσεις και η ανθεκτικότητα (resilience), επιτρέποντας την αντιμετώπιση των κοινωνιών ως δυναμικών, εξελισσόμενων οντοτήτων που ανταποκρίνονται δημιουργικά σε πιέσεις και μεταβολές. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με την αυξανόμενη ευαισθησία της αρχαιολογικής θεωρίας απέναντι στον ρόλο της αβεβαιότητας, των απρόβλεπτων εξελίξεων και της ιστορικής ιδιαιτερότητας[8].
Ένα παράδειγμα εφαρμογής συστημικής σκέψης στη μακρά διάρκεια αποτελεί η θεωρία παγκόσμιων συστημάτων (World-Systems Analysis – WSA) του Immanuel Wallerstein. Αν και αρχικά αναπτύχθηκε για να εξηγήσει την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, προσαρμόστηκε και σε προβιομηχανικές ή προγραφειοκρατικές κοινωνίες. Στο αρχαιολογικό της πλαίσιο, η θεωρία αυτή χρησιμοποιείται για την ανάλυση διαπεριφερειακών αλληλεπιδράσεων, της άνισης ανταλλαγής και των ιεραρχικών σχέσεων μεταξύ «πυρήνα», «ημι-περιφέρειας» και «περιφέρειας». Η WSA επέτρεψε να εξεταστούν ενοποιημένα φαινόμενα, όπως η διάδοση τεχνολογιών, η αναδιοργάνωση των εμπορικών δικτύων και η ανάδυση πρώιμων κρατικών μορφών[9].
Στη σύγχρονη εποχή, η ψηφιακή στροφή στην αρχαιολογία ανανέωσε ριζικά τη συστημική σκέψη. Η ενσωμάτωση μεθόδων όπως η ανάλυση δικτύων, η χωρική μοντελοποίηση, προτύπων που βασίζονται στη διαμεσολάβηση (agent-based models) και υπολογιστικών μοντέλων πολυπλοκότητας ενισχύει την αντίληψη των κοινωνιών ως ανοιχτών, δυναμικών και αλληλένδετων συστημάτων. Παράλληλα, η «ψηφιακή αρχαιολογία» μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τις κλειστές, ενιαίες οντότητες σε πολυεπίπεδα, μη γραμμικά δίκτυα πληροφορίας και υλικών πρακτικών, διαμορφώνοντας νέες μορφές συστημικής ανάλυσης που αντλούν από τη θεωρία συστημάτων, χωρίς να εγκλωβίζονται στα κλασικά της σχήματα[10].
Πίνακας: Χρονολογική εξέλιξη θεωρίας συστημάτων
| Περίοδος | Κύρια Προσέγγιση | Κλειδιά Στοιχεία | Παραδείγματα Ερευνητών |
|---|---|---|---|
| 1950s–1960s | Γενική Θεωρία Συστημάτων | Προσαρμογή, ισορροπία, κλειστά συστήματα | Bertalanffy, Binford |
| 1970s–1980s | Διαδικαστική Αρχαιολογία | Οικονομική έμφαση, ντετερμινισμός | Flannery, Renfrew |
| 1990s–2000s | Θεωρία Πολύπλοκων Συστημάτων | Εμφάνιση, ανθεκτικότητα, ανοιχτά συστήματα | Crumley, Gunderson |
| 2010s–Σήμερα | Ενσωμάτωση Ψηφιακών Εργαλείων | Δίκτυα, μοντελοποίηση, πολυκλιμακωτή ανάλυση | Davis, Huggett |
Πρωτοπόροι
Ο Λιούις Μπίνφορντ (Lewis Binford) έθεσε το ζήτημα της συστημικής θεωρίας στο New Perspectives in Archaeology, (Νέες προοπτικές στην αρχαιολογία) καθορίζοντας μάλιστα ένα corpus εννοιών συστηματοποιημένο σε τρεις θεωρίες: την Κατώτερη θεωρία, τη Μέση θεωρία και την Ανώτερη θεωρία[11]. Η Κατώτερη θεωρία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία μιας ιδιαίτερης όψης ενός πολιτισμού, π.χ. γεωργία κατά την ελληνική χαλκολιθική περίοδο. Η Μέση θεωρία περιγράφει οποιοδήποτε πολιτισμικό σύστημα πέρα από τα ιδιαίτερα πολιτισμικά του συμφραζόμενα, π.χ. η αρχαιολογία της γεωργίας εν γένει. Η Ανώτερη θεωρία ερμηνεύει οποιοδήποτε πολιτισμικό σύστημα, ανεξάρτητα από τη φύση των μεταβλητών του.
Ο αρχαιολόγος Κεντ Φλάνερι (Kent Flannery) πρωτοπόρησε σε αυτό το πεδίο με τη μελέτη του Archaeological Systems Theory and Early Mesoamerica (Αρχαιολογική συστημική θεωρία και πρώιμη Μεσοαμερική)[12]. Η συστημική θεωρία επέτρεψε στους αρχαιολόγους να διαχειρίζονται το αρχαιολογικό αρχείο με έναν εντελώς νέο τρόπο, αποδομώντας το στα βασικά πολιτισμικά του στοιχεία [13]. Ο πολιτισμός είναι έννοια υποκειμενική, αλλά όταν τον διαχειρίζεται κανείς με τρόπο μαθηματικό, τότε τα αποτελέσματα είναι αναντίρρητα αντικειμενικά και αποτρέπουν οποιαδήποτε μορφή προκατάληψης, εκτός και αν υπάρχει πρόβλημα στην ίδια τη συστημική θεωρία [14].
Προβληματισμοί
Βέβαια οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν πως τις περισσότερες φορές δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσουν τη συστημική θεωρία με αυστηρά μαθηματικό τρόπο. Παρόλο που παρείχε το κατάλληλο πλαίσιο για την περιγραφή των αλληλεπιδράσεων με όρους τύπων ανατροφοδότησης μέσα στο σύστημα, σπάνια υπήρχαν όλες οι ποσοτικές αξίες που απαιτεί η συστημική θεωρία στην πλήρη μορφή της, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Φλάνερι[15]. Μακροσκοπικά η συστημική θεωρία ήταν λιγότερο χρήσιμη για την ερμηνεία της αλλαγής και περισσότερο για την περιγραφή της[16]. Η ελπίδα πως με την συστημική θεωρία θα ήταν δυνατόν να ερμηνευθεί ένα μεγάλο μέρος των πολιτισμικών κανονικοτήτων, ιδαίτερα στα πρώιμα στάδια της Διαδικαστικής Αρχαιολογίας αποδείχθηκε μάλλον υπεραισιόδοξη[17]. Παρά τους παραπάνω προβληματισμούς, η συστημική θεωρία χρησιμοποιείται ακόμη για την περιγραφή των αλληλεπιδράσεων των μεταβλητών ενός πολιτισμικού συστήματος.
Αν μη τι άλλο η χρήση της συγκεκριμένης θεωρίας υπήρξε σημαντικό βήμα για την εμφάνιση της Νέας Αρχαιολογίας και πρόκληση για την πολιτισμική-ιστορική ερμηνευτική μέθοδο. Ήταν μια "απόδειξη" ότι η αρχαιολογία μπορούσε να είναι επιστημονική και αντικειμενική ως προς την ερμηνεία των ευρημάτων της, αποφεύγοντας τις παγίδες των υποκειμενικών θεωρήσεων.
Παραπομπές
- ↑ Shanks 2008, 133.
- ↑ Davis 2023, 3.
- ↑ Davis 2023, 3.
- ↑ Davis 2023, 6.
- ↑ Davis 2023, 7-10.
- ↑ Shanks 2008, 133.
- ↑ Davis 2023, 9-10.
- ↑ Shanks 2008, 133.
- ↑ Hall et al. 2011, 234-236.
- ↑ Huggett 2024, 325-326.
- ↑ Binford 1968, 1.
- ↑ Flannery 1968, 67.
- ↑ Preucel 2006, 96
- ↑ Renfrew 2005, 194
- ↑ Flannery 1968, 85
- ↑ Trigger 1989, 315
- ↑ Trigger 1989, 316
Βιβλιογραφία
- Binford, Sally R. & Lewis Binford, 1968, New Perspectives in Archaeology, Chicago: Aldine Press. https://archive.org/details/newperspectivesi0000binf
- Flannery, K. V., 1968, "Archaeological Systems Theory and Early Mesoamerica" στο Anthropological Archaeology in the Americas, ed. by B. J. Meggers, 67-87. Washington, Anthropological Society of Washington. https://wiki.santafe.edu/images/f/f2/ArchSysThry68.pdf
- Preucel, R. W., 2006, Archaeological Semiotics. Blackwell Publishing. https://circulosemiotico.wordpress.com/wp-content/uploads/2018/09/preucel-robert-archaeological_semiotics.pdf
- Renfrew, C. & Bahn, P. (eds), 2005, Archaeology: The Key Concepts. Routledge. https://arqueologiaeprehistoria.com/wp-content/uploads/2013/07/renfrewbahn-eds-archaeology-the-key-concepts.pdf
- Trigger, Bruce, 1989, A History of Archaeological Thought, Cambridge: Cambridge University Press. https://www.academia.edu/71715171/A_History_of_Archaeological_Thought_Bruce_G_Trigger
- von Bertalanffy, L., 1968, General System Theory: Foundations, Development, Applications, New York: George Braziller. https://monoskop.org/images/7/77/Von_Bertalanffy_Ludwig_General_System_Theory_1968.pdf