Αρχαιολογία: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων
Admin (συζήτηση | συνεισφορές) |
Admin (συζήτηση | συνεισφορές) |
||
| Γραμμή 50: | Γραμμή 50: | ||
Άλλοι προϊστορικοί αρχαιολόγοι ειδικεύονται στη μελέτη διάφορων περιόδων της [[Εποχή του Λίθου|Εποχής του Λίθου]]. Αυτή η περίοδος πολιτισμικής ανάπτυξης ξεκίνησε πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια, όταν οι άνθρωποι έμαθαν να κατασκευάζουν απλά [[λίθινο εργαλείο|λίθινα εργαλεία]]. Η λίθινη εποχή τελείωσε σε διαφορετικά χρονικά σημεία στα διαφορετικά μέρη του κόσμου, μέσα στα τελευταία 10.000 χρόνια. Σημαντικά αρχαιολογικά πεδία της λίθινης εποχής περιλαμβάνουν βραχογραφίες σε σπήλαια, λίθινα εργαλεία, ζωγραφική, ακόμη και άγριους σπόρους δημητριακών. Όπως είναι φυσικό τέτοιου είδους έρευνα σε συστηματικό επίπεδο και με συγκεκριμένη μεθοδολογία είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπλαση ενός σημαντικού τμήματος του ανθρώπινου παρελθόντος. | Άλλοι προϊστορικοί αρχαιολόγοι ειδικεύονται στη μελέτη διάφορων περιόδων της [[Εποχή του Λίθου|Εποχής του Λίθου]]. Αυτή η περίοδος πολιτισμικής ανάπτυξης ξεκίνησε πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια, όταν οι άνθρωποι έμαθαν να κατασκευάζουν απλά [[λίθινο εργαλείο|λίθινα εργαλεία]]. Η λίθινη εποχή τελείωσε σε διαφορετικά χρονικά σημεία στα διαφορετικά μέρη του κόσμου, μέσα στα τελευταία 10.000 χρόνια. Σημαντικά αρχαιολογικά πεδία της λίθινης εποχής περιλαμβάνουν βραχογραφίες σε σπήλαια, λίθινα εργαλεία, ζωγραφική, ακόμη και άγριους σπόρους δημητριακών. Όπως είναι φυσικό τέτοιου είδους έρευνα σε συστηματικό επίπεδο και με συγκεκριμένη μεθοδολογία είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπλαση ενός σημαντικού τμήματος του ανθρώπινου παρελθόντος. | ||
===Κλασική αρχαιολογία=== | |||
Κύριο λήμμα: [[Κλασική αρχαιολογία]]<br> | |||
Στην καθιερωμένη έννοιά της η [[Κλασικές σπουδές|κλασική αρχαιολογία]] εξετάζει τον [[Αρχαία Ελλάδα|ελληνικό]] και τον [[Αρχαία Ρώμη|ρωμαϊκό]] κόσμο. Η κλασική αρχαιολογία ως όρος διαθέτει έντονες υποδηλώσεις, που σχετίζονται με τον κλασικό κόσμο και τις γραπτές μαρτυρίες του, οι οποίες απέκτησαν «κλασική» θέση στον δυτικό πολιτισμό. Είναι ο κόσμος στον οποίο κατοίκησαν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι μεταξύ του 8ου αιώνα [[ΠΚΕ]] και του 4ου αιώνα ΠΚΕ<ref>Osborne, Robin, Alcock, Susan E. ''Classical Archaeology'' UK: Blackwell Publishing ISBN 978-1-4443-3691-7 σ. 11, chapter: Why Classical Archaeology</ref>. | |||
Παρόλο που στην εποχή μας φαίνεται δεδομένος ο ορισμός κλασική αρχαιολογία, στην πραγματικότητα –και εξαρτώμενη από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα του κλασικού κόσμου- τούτη η έννοια προσαρμόζεται διαρκώς στις επιταγές και τις ανάγκες της αρχαιολογικής επιστήμης, που διαρκώς εμπλουτίζεται, όχι μόνον από δεδομένα αρχαιολογικών ανασκαφών, αλλά και νεότερες ερμηνευτικές τάσεις αρμονικά συνδυαζόμενες με τις προσεγγίσεις των θετικών επιστημών και την συναρμογή ανθρωπολογικών ερμηνευτικών τάσεων. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, αν σκεφθούμε ότι η έννοια του κλασικού κόσμου διαρκώς αλλάζει και μεταπλάθεται. Μετατοπιζόμενη από τον εγκιβωτισμό της στη στενή θεώρηση του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου η κλασική αρχαιολογία –τουλάχιστον για έναν κύκλο ερευνητών που χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο- περιλαμβάνει σήμερα και τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, τις ακτές της Β. Αφρικής, την Εγγύς και Μέση Ανατολή και ορίζει διακριτές θεωρήσεις της ιδέας του κλασικού<ref>Στεφανάκης, Μανόλης Ι. 2012, Εισαγωγή στην Κλασική Αρχαιολογία, Μέρος Α΄, Αθήνα: Ιάμβλιχος ISBN 978-960-268-201-2 ss.16–17</ref>. | |||
==Παραπομπές== | ==Παραπομπές== | ||
Αναθεώρηση της 12:08, 20 Οκτωβρίου 2025

Η αρχαιολογία είναι η «μελέτη των αρχαίων πραγμάτων». Ο ακριβής σύγχρονος ορισμός της είναι η «συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του απώτερου ή πιο πρόσφατου ανθρώπινου παρελθόντος μέσω της εφαρμογής θεωρίας και μεθόδου»[1]. Ο όρος βέβαια αναπτύχθηκε στην εξελικτική πορεία της επιστήμης για να περιλαμβάνει πολύ περισσότερα πράγματα στο εννοιολογικό της πλαίσιο.
Το 1948 ο Γουόλτερ Τέιλορ (Walter Taylor) έδωσε έναν πρώτο ορισμό, γράφοντας πως «η αρχαιολογία δεν είναι ιστορία, ούτε ανθρωπολογία. Ως αυτόνομη επιστήμη περιλαμβάνει τη δική της μεθοδολογία και εξειδικευμένες τεχνικές, για τη συγκέντρωση ή παραγωγή πολιτισμικής πληροφόρησης», από έρευνα στερεής ύλης και μνημείων του παρελθόντος.
Σύμφωνα με τον Μόρτιμερ Γουίλερ «ο αρχαιολόγος φέρνει στο φως όχι πράγματα αλλά ανθρώπους»[2], συνεπώς από αυτή την άποψη θεωρούμενη η αρχαιολογία είναι μελέτη ανθρώπινων λειψάνων του παρελθόντος.
Ο όρος «ανθρώπινο παρελθόν» τονίζει το γεγονός ότι η αρχαιολογία δεν μελετά ζώα που έχουν εκλείψει, απολιθώματα ή πετρώματα, καθώς αυτά αποτελούν προϊόν μελέτης της παλαιοντολογίας και της γεωλογίας[1]. Συνεπώς, το χρονικό όριο μελέτης της αρχαιολογίας, σε ό,τι αφορά στο απώτατο παρελθόν, αγγίζει το χρονικό όριο των 2.000.000 ετών Π.Π.[3]
Προσεγγίσεις: Παλαιός και Νέος Κόσμος
Στην Ευρώπη και τον Παλαιό Κόσμο γενικότερα η αρχαιολογία διακρινόταν και διακρίνεται ακόμη από μία τάση να εστιάζεται μόνον στα υλικά ευρήματα και φυσικά στις αναγκαίες τεχνικές ανασκαφής και περισυλλογής των ευρημάτων, όπως επίσης και στα εγγενή της θεωρητικά και φιλοσοφικά ζητήματα που τη βοηθούν να επιτύχει τους στόχους της. Στον Νέο Κόσμο η προσέγγιση είναι διαφορετική. Η έρευνα εστιάζεται στις αρχαίες κοινωνίες και τον τρόπο λειτουργίας τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο η αρχαιολογία θεωρείται ένας από τους 4εις τομείς της ανθρωπολογίας. Και για τις δύο προσεγγίσεις βέβαια η επίτευξη του στόχου σήμερα απαιτεί ένα είδος πολυεπιστημονικής και διεπιστημονικής διερεύνησης και προσπάθειας.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα στην βόρεια Αμερική να υπάρχουν λίγα τμήματα αρχαιολογίας και το μεγαλύτερο ποσοστό των αρχαιολόγων να καλύπτει θέσεις σε ανθρωπολογικά τμήματα. Άλλοι αρχαιολόγοι του αποκαλούμενου Νέου Κόσμου ενσωματώνονται στις κλασικές σπουδές, χωρίς αυτό να τους δίνει τη δυνατότητα εμπλοκής στις ανανεούμενες συζητήσεις για την αρχαιολογική θεωρία. Από την άλλη στην Ευρώπη τα τμήματα της αρχαιολογίας είναι διακριτά και συνδέονται στενά με τμήματα ιστορίας. Σε ό,τι αφορά στην ανθρωπολογική προσέγγιση των θεωρητικών ζητημάτων της αρχαιολογίας σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Φραντς Μποάζ, σε σημείο ώστε οι νεότεροι αρχαιολόγοι-ανθρωπολόγοι να μην ενσωματώνουν τους αρχαιότερους πολιτισμούς σε ένα ενιαίο εθνικό περίγραμμα, αλλά να τους διαχειρίζονται εξατομικευμένα. Αντίθετα, στην Ευρώπη, η προσάρτηση της προϊστορίας στο εθνικό εννοιολογικό πλαίσιο ήταν δεδομένη από την αρχή της ανάπτυξης της επιστήμης.[4]
Αρχαιολογική θεωρία
κύριο λήμμα: αρχαιολογική θεωρία
Ως αρχαιολογική θεωρία ή αρχαιολογική σκέψη εννοούνται οι διαφορετικές θεωρήσεις που αναπτύχθηκαν για την πρακτική της αρχαιολογίας και την ερμηνεία των αρχαιολογικών μαρτυριών. Ως εφαρμογή της φιλοσοφίας της επιστήμης στην αρχαιολογία στο αρχαιολογικό πλαίσιο αναφέρεται επίσης ως φιλοσοφία της αρχαιολογίας[5][6]. Οι διαφορετικές θεωρίες που αναπτύσσονται, σχετίζονται κυρίως με τον σκοπό της αρχαιολογίας ως επιστήμη[7]. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα και την ανάπτυξη της τεχνολογίας, με σημαντικότερη την επανάσταση στον τομέα της χρονολόγησης και την ανάπτυξη της μεθόδου χρονολόγησης με ραδιενεργό άνθρακα 14C από τον αμερικανό χημικό Γουίλαρντ Λίμπι (Willard Libby) το 1949 και την παλυνολογική ανάλυση[8] υπήρχε η γενική αντίληψη πως η αρχαιολογία συνδεόταν στενά μόνον με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Από τότε άρχισαν να εισάγονται στοιχεία άλλων επιστημών όπως η φυσική, η χημεία, η βιολογία, η μεταλλουργία, η μηχανική, η ιατρική, κ.ά., παράγοντας μια αλληλεπικάλυψη και την ανάγκη αναδιαμόρφωσης των θεμελιωδών ιδεών της αρχαιολογίας.
Η αρχαιολογική μαρτυρία
κύριο λήμμα: αρχαιολογική μαρτυρία
Η αρχαιολογική μαρτυρία ή αρχαιολογικά δεδομένα είναι τα υλικά κατάλοιπα της αρχαίας ανθρώπινης δραστηριότητας που καταγράφονται από τους αρχαιολόγους. Τα δεδομένα αυτά διακρίνονται σε κινητά ευρήματα και μη κινητά ευρήματα, όπως
- τέχνεργα ή τεχνουργήματα (artefacts), κινητά αντικείμενα που κατασκεύασε ο άνθρωπος, όπως εργαλεία, αγγεία, νομίσματα, κοσμήματα, μικροαντικείμενα κ.λπ.,
- ανθρωπογενείς κατασκευές, μη κινητά ευρήματα όπως κτίσματα, κατοικίες, δεξαμενές, ναοί, τάφοι κ.λπ.
- οικοδεδομένα ή οικουργήματα, (ecofacts), οργανικά και ανόργανα κατάλοιπα του φυσικού περιβάλλοντος που συνδέονται ωστόσο με την ανθρώπινη συμπεριφορά στο εγγύς ή απώτερο παρελθόν, όπως οστά ζώων, σπόροι και καρποί, ιζήματα, μεταλλεύματα κ.λπ.[9]
Οι τοποθεσίες στις οποίες τα παραπάνω ευρήματα παρουσιάζουν υψηλή πυκνότητα εμφάνισης ονομάζονται αρχαιολογικές θέσεις ή αρχαιολογικοί τόποι (sites). Μια γεωγραφική έκταση σαφώς οριοθετημένη, που περιλαμβάνει μια σειρά από αρχαιολογικές θέσεις, και η οποία αποτελούσε στο παρελθόν μια σαφώς καθορισμένη οικολογική και πολιτισμική έκταση, ονομάζεται (αρχαιολογική) γεωγραφική περιοχή. Ενώ, η ακριβής χωροχρονική θέση ενός ευρήματος, μαζί με το άμεσο περιβάλλον του, αποτελούν το πλαίσιο της αρχαιολογικής μαρτυρίας.
Το αρχαιολογικό πλαίσιο, πιο συγκεκριμένα, προσδιορίζεται με βάση:
α) το περίβλημα, δηλαδή το υλικό που περικλείει και συγκρατεί το εύρημα,
β) την προέλευση του ευρήματος, δηλαδή την ακριβή οριζόντια και κάθετη θέση του ευρήματος μέσα στο περίβλημα που ανακαλύφθηκε και
γ) τη συσχέτιση του ευρήματος με τα υπόλοιπα ευρήματα που ανακαλύφθηκαν μέσα στο ίδιο περίβλημα.
Ανάλογα δε με την κατάσταση του αρχαιολογικού πλαισίου τη στιγμή της ανακάλυψής του, δηλαδή ανάλογα με το αν έχει υποστεί οποιαδήποτε μεταβολή από τη στιγμή της απόθεσής του έως την ανακάλυψή του, διαχωρίζεται σε πρωτογενές (αδιατάρακτο) και δευτερογενές (διαταραγμένο) πλαίσιο.
Η συσχέτιση των ευρημάτων μιας αρχαιολογικής θέσης βασίζονται δύο θεμελιώδεις αρχές της αρχαιολογίας: την αρχή της συσχέτισης, σύμφωνα με την οποία ένα εύρημα είναι σύγχρονο με άλλα ευρήματα που βρίσκονται στο ίδιο περίβλημα, και η αρχή της επαλληλίας, σύμφωνα με την οποία τα στρώματα της Γης είναι διατεταγμένα το ένα πάνω στο άλλο διαδοχικά, με τα κατώτερα να αποτελούν τα αρχαιότερα στρώματα. Σε αυτή τη δεύτερη αρχή βασίζεται και η στρωματογραφία, η μελέτη δηλαδή της διαστρωμάτωσης μιας αρχαιολογικής θέσης[10].
Κλάδοι της Αρχαιολογίας
Ακολουθούν τα πλαίσια μέσα στα οποία καθορίζονται οι γνωστότεροι κλάδοι της αρχαιολογίας:
Προϊστορική αρχαιολογία
Κύριο λήμμα:Προϊστορική αρχαιολογία
Η προϊστορική αρχαιολογία ασχολείται με αρχαίους πολιτισμούς που δεν έχουν αφήσει κάποιου είδους γραπτές μαρτυρίες. Η προϊστορία, όρος που εισήχθη τον 19ο αι. από Άγγλους και Γάλλους ερευνητές που μελέτησαν την παλαιολιθική εποχή με βάση τις θετικές επιστήμες και τη γεωλογία[1], καλύπτει την εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής, από τις πηγές της έως την εμφάνιση των πρώτων γραπτών αρχείων. Εξαιτίας της έλλειψης γραπτών αρχείων οι προϊστορικοί αρχαιολόγοι βασίζονται αποκλειστικά στα υλικά υπολείμματα, προκειμένου να διαμορφώσουν τις εκτιμήσεις και τις ερμηνείες τους. Οι ανακαλύψεις τους για το ανθρώπινο είδος έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμαστε το τι είναι ανθρώπινο. Για παράδειγμα, ερευνητές που εργάζονται στη νότια Αιθιοπία και τη βόρεια Κένυα ανακάλυψαν μαρτυρίες ότι πρόγονοί μας που έζησαν περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια πριν είχαν τη δυνατότητα να γδέρνουν με λίθινα εργαλεία μικρά θηράματα, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο ένα συγκεκριμένο πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς. Το 1978 στο Λαϊτόλι της Τανζανίας, η παλαιοανθρωπολόγος Μαίρη Λίκι (Mary Leakey) ανακάλυψε προϊστορικό πεδίο, στο οποίο υπήρχαν σε σκληρυμένη ηφαιστειακή τέφρα τα αποτυπώματα ανθρωπίδας που περπατούσε όρθια πριν από 3,6 εκατομμύρια χρόνια[11].
Άλλοι προϊστορικοί αρχαιολόγοι ειδικεύονται στη μελέτη διάφορων περιόδων της Εποχής του Λίθου. Αυτή η περίοδος πολιτισμικής ανάπτυξης ξεκίνησε πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια, όταν οι άνθρωποι έμαθαν να κατασκευάζουν απλά λίθινα εργαλεία. Η λίθινη εποχή τελείωσε σε διαφορετικά χρονικά σημεία στα διαφορετικά μέρη του κόσμου, μέσα στα τελευταία 10.000 χρόνια. Σημαντικά αρχαιολογικά πεδία της λίθινης εποχής περιλαμβάνουν βραχογραφίες σε σπήλαια, λίθινα εργαλεία, ζωγραφική, ακόμη και άγριους σπόρους δημητριακών. Όπως είναι φυσικό τέτοιου είδους έρευνα σε συστηματικό επίπεδο και με συγκεκριμένη μεθοδολογία είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπλαση ενός σημαντικού τμήματος του ανθρώπινου παρελθόντος.
Κλασική αρχαιολογία
Κύριο λήμμα: Κλασική αρχαιολογία
Στην καθιερωμένη έννοιά της η κλασική αρχαιολογία εξετάζει τον ελληνικό και τον ρωμαϊκό κόσμο. Η κλασική αρχαιολογία ως όρος διαθέτει έντονες υποδηλώσεις, που σχετίζονται με τον κλασικό κόσμο και τις γραπτές μαρτυρίες του, οι οποίες απέκτησαν «κλασική» θέση στον δυτικό πολιτισμό. Είναι ο κόσμος στον οποίο κατοίκησαν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι μεταξύ του 8ου αιώνα ΠΚΕ και του 4ου αιώνα ΠΚΕ[12].
Παρόλο που στην εποχή μας φαίνεται δεδομένος ο ορισμός κλασική αρχαιολογία, στην πραγματικότητα –και εξαρτώμενη από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα του κλασικού κόσμου- τούτη η έννοια προσαρμόζεται διαρκώς στις επιταγές και τις ανάγκες της αρχαιολογικής επιστήμης, που διαρκώς εμπλουτίζεται, όχι μόνον από δεδομένα αρχαιολογικών ανασκαφών, αλλά και νεότερες ερμηνευτικές τάσεις αρμονικά συνδυαζόμενες με τις προσεγγίσεις των θετικών επιστημών και την συναρμογή ανθρωπολογικών ερμηνευτικών τάσεων. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, αν σκεφθούμε ότι η έννοια του κλασικού κόσμου διαρκώς αλλάζει και μεταπλάθεται. Μετατοπιζόμενη από τον εγκιβωτισμό της στη στενή θεώρηση του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου η κλασική αρχαιολογία –τουλάχιστον για έναν κύκλο ερευνητών που χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο- περιλαμβάνει σήμερα και τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, τις ακτές της Β. Αφρικής, την Εγγύς και Μέση Ανατολή και ορίζει διακριτές θεωρήσεις της ιδέας του κλασικού[13].
Παραπομπές
- ↑ 1,0 1,1 1,2 Κουκουζέλη Αλ. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας (2000) Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο, Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ISBN 960-538-489-2 σσ. 17-85
- ↑ Wheeler M. (1954) Archaeology from the Earth, Oxford: Oxford University Press σ. 13
- ↑ Π.Π. δηλαδή προ παρόντος σε αβαθμονόμητη κλίμακα.
- ↑ Matthew Johnson (2011) Archaeological Theory: An Introduction, 2nd Edition, NJ: Wiley ISBN 978-1-4443-2608-6 σσ. 29-30
- ↑ Krieger, William Harvey 2006, There be a Philosophy of Archaeology?: Processual Archaeology and the Philosophy of Science, Lexington BooksΙΣΒΝ 9780739112496
- ↑ Dark, Ken (2016) The Science of Archaeology, Philosophy Now
- ↑ Trigger 2007, 1
- ↑ Κουκουζέλη κ.ά. 2000, 52
- ↑ Κουκουζέλη | first= Αλ., Ε. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας 2000, Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ISBN 960-538-489-2 σσ. 93-94.
- ↑ Ηλιόπουλος, Γεώργιος, 2016, Στρωματογραφία - Ιστορική γεωλογία, Πανεπιστήμιο Πατρών
- ↑ Neville Agnew, Martha Demas 1995, The Footprints at Laetoli, The Getty Conservation Institute, 10.1 Newsletter
- ↑ Osborne, Robin, Alcock, Susan E. Classical Archaeology UK: Blackwell Publishing ISBN 978-1-4443-3691-7 σ. 11, chapter: Why Classical Archaeology
- ↑ Στεφανάκης, Μανόλης Ι. 2012, Εισαγωγή στην Κλασική Αρχαιολογία, Μέρος Α΄, Αθήνα: Ιάμβλιχος ISBN 978-960-268-201-2 ss.16–17