Μέση θεωρία

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Μεταξύ άλλων η μέση θεωρία έχει εφαρμοστεί στην αρχαιολογία των νομαδικών λαών[1]

Η μέση θεωρία ή θεωρία μέσης εμβέλειας (middle-range theory) αποτέλεσε ένα από τα πιο καθοριστικά βήματα στην εξέλιξη της αρχαιολογικής θεωρίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Εισήχθη κυρίως από τον Λιούις Μπίνφορντ στο πλαίσιο της αποκαλούμενης “νέας αρχαιολογίας” (New Archaeology) τη δεκαετία του 1960, με στόχο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα παρατηρήσιμα υλικά κατάλοιπα και στις αφηρημένες ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο παρελθόν [2].

Η μέση θεωρία επιχείρησε να προσφέρει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο που θα συνέδεε τις εμπειρικές παρατηρήσεις με τις θεωρητικές υποθέσεις για την ανθρώπινη δράση, στηριζόμενη σε πειραματικές, εθνοαρχαιολογικές και μορφολογικές προσεγγίσεις[3].

Η γένεση της μέσης θεωρίας

Η μέση θεωρία αντλεί την καταγωγή της από τη θεωρία μεσαίας εμβέλειας του κοινωνιολόγου Ρόμπερτ Μέρτον (Robert K. Merton) (1968), ο οποίος πρότεινε την ανάπτυξη θεωριών που γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ εμπειρικών δεδομένων και μεγάλων, αφηρημένων θεωριών. Ο Binford (1962, 1977) υιοθέτησε αυτή τη λογική, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα αναλυτικό πλαίσιο ικανό να συνδέει τα αρχαιολογικά κατάλοιπα με τις συμπεριφορές που τα παρήγαγαν.

Η παραδοσιακή αρχαιολογία προ της δεκαετίας του 1960 θεωρούσε τα αρχαιολογικά ευρήματα κυρίως ως πολιτισμικά τέχνεργα, δίνοντας έμφαση στην τυπολογία και τη χρονολόγηση. Ο Binford, αντιθέτως, θεώρησε ότι τα αντικείμενα πρέπει να μελετώνται ως δείκτες διαδικασιών, και όχι ως τελικά προϊόντα. Αυτό οδήγησε στη διαμόρφωση ενός συστήματος εννοιών που επιχειρούσε να συσχετίσει τις μορφές και κατανομές των ευρημάτων με τις λειτουργικές και συμπεριφορικές μεταβλητές των ανθρώπινων κοινωνιών[4].

Θεωρητικό πλαίσιο και μεθοδολογική προσέγγιση

Η μέση θεωρία δεν αποτελεί θεωρία για το ίδιο το παρελθόν, αλλά θεωρία για το πώς γνωρίζουμε το παρελθόν. Επικεντρώνεται δηλαδή στη διαδικασία μετασχηματισμού της ανθρώπινης δράσης σε υλικό κατάλοιπο (site formation processes). Για να ερμηνευθούν σωστά τα αρχαιολογικά δεδομένα, πρέπει να κατανοηθεί πώς οι συμπεριφορές και οι φυσικές διαδικασίες οδηγούν στη δημιουργία του αρχαιολογικού αρχείου[5].

Ο Μπίνφορντ χρησιμοποίησε δύο βασικές προσεγγίσεις:

Εθνοαρχαιολογία (ethnoarchaeology): Μελέτη σύγχρονων κοινωνιών για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ συμπεριφοράς και υλικού πολιτισμού.

Πειραματική αρχαιολογία (experimental archaeology): Αναπαραγωγή αρχαίων τεχνολογιών και δραστηριοτήτων για την κατανόηση των υλικών τους αποτελεσμάτων.

Μέσω αυτών των προσεγγίσεων προσπάθησε να θεμελιώσει αναλογικά μοντέλα (formal analogies) που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία των αρχαιολογικών δεδομένων με βάση αιτιώδεις σχέσεις (causal relations).

Επιστημολογικές βάσεις

Η μέση θεωρία στηρίζεται σε έναν νεοθετικιστικό επιστημολογικό πυρήνα. Υποθέτει ότι υπάρχει μια αντικειμενική σχέση ανάμεσα στις ανθρώπινες συμπεριφορές και στα αρχαιολογικά τους κατάλοιπα, και ότι αυτή η σχέση μπορεί να διερευνηθεί εμπειρικά. Η θεωρία αυτή εντάσσεται στο ρεύμα της διαδικαστικής αρχαιολογίας, η οποία επεδίωκε να καταστήσει την αρχαιολογία «επιστήμη των πολιτισμικών διαδικασιών»[6].

Στο πλαίσιο αυτό, η μέση θεωρία λειτουργεί ως μεσολαβητική θεωρία:

Από τη μια πλευρά, βασίζεται σε παρατηρήσιμα δεδομένα (τέχνεργα, οικοδεδομενα κ.ά.).

Από την άλλη, συνδέεται με θεωρητικά μοντέλα ανθρώπινης συμπεριφοράς και κοινωνικής οργάνωσης.

Η γνώση, κατά τον Μπίνφορντ, προκύπτει μέσω επαγωγής και επαλήθευσης· δηλαδή, η θεωρία οφείλει να παράγει υποθέσεις που μπορούν να ελεγχθούν εμπειρικά. Έτσι, η αρχαιολογία αποκτά έναν επιστημονικό χαρακτήρα ανάλογο με τις φυσικές επιστήμες[7].

Κριτική

Παρά τη συμβολή της, η μέση θεωρία δέχθηκε έντονη κριτική, ιδίως από μεταδιαδικαστικούς (post-processual) αρχαιολόγους. Ο Ian Hodder (1982, 1991) υποστήριξε ότι η θεωρία του Binford αγνοεί τη σημειολογική και πολιτισμική πολυπλοκότητα της ανθρώπινης δράσης. Η αναλογία ανάμεσα στη συμπεριφορά και στα κατάλοιπα δεν είναι καθολική. Εξαρτάται από κοινωνικά συμφραζόμενα, ιδεολογικές παραμέτρους και πρακτικές νοήματος.

Επιπλέον, η μέση θεωρία θεωρήθηκε υπερβολικά εμπειριστική και αναγωγιστική, επειδή επιχειρεί να εξηγήσει την πολιτισμική ποικιλία μέσα από καθολικά μοντέλα συμπεριφοράς. Σύγχρονοι μελετητές όπως η Γουίλι (1985) και ο Τζόνσον (1999) έχουν τονίσει ότι η συγκεκριμένη θεωρία, αν και σημαντική, πρέπει να ενταχθεί σε ένα πλουραλιστικό θεωρητικό πλαίσιο που αναγνωρίζει την πολλαπλότητα των ερμηνειών και την ενσωμάτωση κοινωνικών και πολιτισμικών μεταβλητών.

Θεωρητική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές

Παρά την κριτική, η μέση θεωρία παραμένει θεμελιώδης για τη μεθοδολογία της αρχαιολογίας. Πολλές σύγχρονες προσεγγίσεις, όπως η συμπεριφορική αρχαιολογία[8] και η πραγματιστική ταφονομία (actualistic taphonomy), συνεχίζουν να αξιοποιούν τη λογική των μετασχηματιστικών διαδικασιών.

Η μεταδιαδικαστική αρχαιολογία, αν και διαφοροποιήθηκε θεωρητικά, δεν εγκατέλειψε πλήρως τη μεθοδολογική συνεισφορά της μέσης θεωρίας. Αντίθετα, προσπάθησε να την εμπλουτίσει με έννοιες όπως η πρακτική, η υλική δράση και η ενσώματη γνώση[9]. Έτσι, η σύγχρονη αρχαιολογία τείνει προς μια συνθετική προσέγγιση, όπου οι εμπειρικές και οι ερμηνευτικές διαστάσεις συνυπάρχουν.

Η συμβολή της μέσης θεωρίας δεν έγκειται μόνο στη μεθοδολογία, αλλά και στη θεωρητική ωρίμανση της αρχαιολογίας ως επιστήμης. Έθεσε τις βάσεις για μια κριτική συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο οι αρχαιολόγοι παράγουν γνώση και ερμηνεύουν το παρελθόν.

Παραπομπές

  1. Cribb 1991, 2–3
  2. WebDataWorks MRTCritique: “Relation between general and middle-range theory” (no page)
  3. WebDataWorks MRTCritique: parts “signature patterns” & “inference of past dynamics” (no page)
  4. Binford, 1981.
  5. Schiffer, 1976
  6. Binford, 1968.
  7. Watson, LeBlanc, & Redman, 1971.
  8. Schiffer, 1996.
  9. Dobres, 2000.

Βιβλιογραφία

open-access.

Bruce G. Trigger. “Expanding middle-range theory.” Antiquity, Vol. 69, Issue 264 (1995): 449-458. DOI: https://doi.org/10.1017/S0003598X00081862

Περαιτέρω ανάγνωση

Thomas, David Hurst· Kelly, Robert L. (2006). Archaeology (4th έκδοση). Belmont, California: Thomson Wadsworth. ISBN 978-0-15-505899-6.