Μέση θεωρία: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Γραμμή 1: Γραμμή 1:
[[File:Bedouins - Tunisia - 1899.jpg|thumb|Μεταξύ άλλων η μέση θεωρία έχει εφαρμοστεί στην αρχαιολογία των νομαδικών λαών<ref>Cribb 1991, 2–3</ref>]]
[[File:Bedouins - Tunisia - 1899.jpg|thumb|Μεταξύ άλλων η μέση θεωρία έχει εφαρμοστεί στην αρχαιολογία των νομαδικών λαών<ref>Cribb 1991, 2–3</ref>]]


Η '''μέση θεωρία''' ή '''θεωρία μέσης εμβέλειας''' (middle-range theory) αποτέλεσε ένα από τα πιο καθοριστικά βήματα στην εξέλιξη της [[αρχαιολογική θεωρία|αρχαιολογικής θεωρίας]] κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Εισήχθη κυρίως από τον [[Λιούις Μπίνφορντ]] στο πλαίσιο της αποκαλούμενης “[[Νέα αρχαιολογία|νέας αρχαιολογίας]]” (New Archaeology) τη δεκαετία του 1960, με στόχο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα παρατηρήσιμα [[αρχαιολογική μαρτυρία|υλικά κατάλοιπα]] και στις αφηρημένες ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο παρελθόν<ref>Binford, 1977.</ref>. Η μέση θεωρία επιχείρησε να προσφέρει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο που θα συνέδεε τις εμπειρικές παρατηρήσεις με τις θεωρητικές υποθέσεις για την ανθρώπινη δράση, στηριζόμενη σε πειραματικές, [[εθνοαρχαιολογία|εθνοαρχαιολογικές]] και μορφολογικές προσεγγίσεις.
Η '''μέση θεωρία''' ή '''θεωρία μέσης εμβέλειας''' (middle-range theory) αποτέλεσε ένα από τα πιο καθοριστικά βήματα στην εξέλιξη της [[αρχαιολογική θεωρία|αρχαιολογικής θεωρίας]] κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.


Εισήχθη κυρίως από τον [[Λιούις Μπίνφορντ]] στο πλαίσιο της αποκαλούμενης “[[νέα αρχαιολογία|νέας αρχαιολογίας]]” (New Archaeology) τη δεκαετία του 1960, με στόχο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα παρατηρήσιμα [[αρχαιολογική μαρτυρία|υλικά κατάλοιπα ]]και στις αφηρημένες ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο παρελθόν <ref>WebDataWorks MRTCritique: “Relation between general and middle-range theory” (no page)</ref>.
Η μέση θεωρία επιχείρησε να προσφέρει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο που θα συνέδεε τις εμπειρικές παρατηρήσεις με τις θεωρητικές υποθέσεις για την ανθρώπινη δράση, στηριζόμενη σε πειραματικές, [[εθνοαρχαιολογία|εθνοαρχαιολογικές]] και μορφολογικές προσεγγίσεις<ref>WebDataWorks MRTCritique: parts “signature patterns” & “inference of past dynamics” (no page) </ref>.
==Η γένεση της μέσης θεωρίας==
==Η γένεση της μέσης θεωρίας==
Η μέση θεωρία αντλεί την καταγωγή της από τη θεωρία μεσαίας εμβέλειας του κοινωνιολόγου [[Ρόμπερτ Μέρτον]] (Robert K. Merton) (1968), ο οποίος πρότεινε την ανάπτυξη θεωριών που γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ εμπειρικών δεδομένων και μεγάλων, αφηρημένων θεωριών. Ο Binford (1962, 1977) υιοθέτησε αυτή τη λογική, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα αναλυτικό πλαίσιο ικανό να συνδέει τα [[αρχαιολογική μαρτυρία|αρχαιολογικά κατάλοιπα]] με τις συμπεριφορές που τα παρήγαγαν.
Η μέση θεωρία αντλεί την καταγωγή της από τη θεωρία μεσαίας εμβέλειας του κοινωνιολόγου [[Ρόμπερτ Μέρτον]] (Robert K. Merton) (1968), ο οποίος πρότεινε την ανάπτυξη θεωριών που γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ εμπειρικών δεδομένων και μεγάλων, αφηρημένων θεωριών. Ο Binford (1962, 1977) υιοθέτησε αυτή τη λογική, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα αναλυτικό πλαίσιο ικανό να συνδέει τα [[αρχαιολογική μαρτυρία|αρχαιολογικά κατάλοιπα]] με τις συμπεριφορές που τα παρήγαγαν.

Αναθεώρηση της 22:28, 26 Οκτωβρίου 2025

Μεταξύ άλλων η μέση θεωρία έχει εφαρμοστεί στην αρχαιολογία των νομαδικών λαών[1]

Η μέση θεωρία ή θεωρία μέσης εμβέλειας (middle-range theory) αποτέλεσε ένα από τα πιο καθοριστικά βήματα στην εξέλιξη της αρχαιολογικής θεωρίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Εισήχθη κυρίως από τον Λιούις Μπίνφορντ στο πλαίσιο της αποκαλούμενης “νέας αρχαιολογίας” (New Archaeology) τη δεκαετία του 1960, με στόχο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα παρατηρήσιμα υλικά κατάλοιπα και στις αφηρημένες ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο παρελθόν [2].

Η μέση θεωρία επιχείρησε να προσφέρει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο που θα συνέδεε τις εμπειρικές παρατηρήσεις με τις θεωρητικές υποθέσεις για την ανθρώπινη δράση, στηριζόμενη σε πειραματικές, εθνοαρχαιολογικές και μορφολογικές προσεγγίσεις[3].

Η γένεση της μέσης θεωρίας

Η μέση θεωρία αντλεί την καταγωγή της από τη θεωρία μεσαίας εμβέλειας του κοινωνιολόγου Ρόμπερτ Μέρτον (Robert K. Merton) (1968), ο οποίος πρότεινε την ανάπτυξη θεωριών που γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ εμπειρικών δεδομένων και μεγάλων, αφηρημένων θεωριών. Ο Binford (1962, 1977) υιοθέτησε αυτή τη λογική, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα αναλυτικό πλαίσιο ικανό να συνδέει τα αρχαιολογικά κατάλοιπα με τις συμπεριφορές που τα παρήγαγαν.

Η παραδοσιακή αρχαιολογία προ της δεκαετίας του 1960 θεωρούσε τα αρχαιολογικά ευρήματα κυρίως ως πολιτισμικά τέχνεργα, δίνοντας έμφαση στην τυπολογία και τη χρονολόγηση. Ο Binford, αντιθέτως, θεώρησε ότι τα αντικείμενα πρέπει να μελετώνται ως δείκτες διαδικασιών, και όχι ως τελικά προϊόντα. Αυτό οδήγησε στη διαμόρφωση ενός συστήματος εννοιών που επιχειρούσε να συσχετίσει τις μορφές και κατανομές των ευρημάτων με τις λειτουργικές και συμπεριφορικές μεταβλητές των ανθρώπινων κοινωνιών[4].

Θεωρητικό πλαίσιο και μεθοδολογική προσέγγιση

Η μέση θεωρία δεν αποτελεί θεωρία για το ίδιο το παρελθόν, αλλά θεωρία για το πώς γνωρίζουμε το παρελθόν. Επικεντρώνεται δηλαδή στη διαδικασία μετασχηματισμού της ανθρώπινης δράσης σε υλικό κατάλοιπο (site formation processes). Για να ερμηνευθούν σωστά τα αρχαιολογικά δεδομένα, πρέπει να κατανοηθεί πώς οι συμπεριφορές και οι φυσικές διαδικασίες οδηγούν στη δημιουργία του αρχαιολογικού αρχείου[5].

Ο Μπίνφορντ χρησιμοποίησε δύο βασικές προσεγγίσεις:

Εθνοαρχαιολογία (ethnoarchaeology): Μελέτη σύγχρονων κοινωνιών για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ συμπεριφοράς και υλικού πολιτισμού.

Πειραματική αρχαιολογία (experimental archaeology): Αναπαραγωγή αρχαίων τεχνολογιών και δραστηριοτήτων για την κατανόηση των υλικών τους αποτελεσμάτων.

Μέσω αυτών των προσεγγίσεων προσπάθησε να θεμελιώσει αναλογικά μοντέλα (formal analogies) που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία των αρχαιολογικών δεδομένων με βάση αιτιώδεις σχέσεις (causal relations).

Επιστημολογικές βάσεις

Η μέση θεωρία στηρίζεται σε έναν νεοθετικιστικό επιστημολογικό πυρήνα. Υποθέτει ότι υπάρχει μια αντικειμενική σχέση ανάμεσα στις ανθρώπινες συμπεριφορές και στα αρχαιολογικά τους κατάλοιπα, και ότι αυτή η σχέση μπορεί να διερευνηθεί εμπειρικά. Η θεωρία αυτή εντάσσεται στο ρεύμα της διαδικαστικής αρχαιολογίας, η οποία επεδίωκε να καταστήσει την αρχαιολογία «επιστήμη των πολιτισμικών διαδικασιών»[6].

Στο πλαίσιο αυτό, η μέση θεωρία λειτουργεί ως μεσολαβητική θεωρία:

Από τη μια πλευρά, βασίζεται σε παρατηρήσιμα δεδομένα (τέχνεργα, οικοδεδομενα κ.ά.).

Από την άλλη, συνδέεται με θεωρητικά μοντέλα ανθρώπινης συμπεριφοράς και κοινωνικής οργάνωσης.

Η γνώση, κατά τον Μπίνφορντ, προκύπτει μέσω επαγωγής και επαλήθευσης· δηλαδή, η θεωρία οφείλει να παράγει υποθέσεις που μπορούν να ελεγχθούν εμπειρικά. Έτσι, η αρχαιολογία αποκτά έναν επιστημονικό χαρακτήρα ανάλογο με τις φυσικές επιστήμες[7].

Κριτική

Παρά τη συμβολή της, η μέση θεωρία δέχθηκε έντονη κριτική, ιδίως από μεταδιαδικαστικούς (post-processual) αρχαιολόγους. Ο Ian Hodder (1982, 1991) υποστήριξε ότι η θεωρία του Binford αγνοεί τη σημειολογική και πολιτισμική πολυπλοκότητα της ανθρώπινης δράσης. Η αναλογία ανάμεσα στη συμπεριφορά και στα κατάλοιπα δεν είναι καθολική. Εξαρτάται από κοινωνικά συμφραζόμενα, ιδεολογικές παραμέτρους και πρακτικές νοήματος.

Επιπλέον, η μέση θεωρία θεωρήθηκε υπερβολικά εμπειριστική και αναγωγιστική, επειδή επιχειρεί να εξηγήσει την πολιτισμική ποικιλία μέσα από καθολικά μοντέλα συμπεριφοράς. Σύγχρονοι μελετητές όπως η Γουίλι (1985) και ο Τζόνσον (1999) έχουν τονίσει ότι η συγκεκριμένη θεωρία, αν και σημαντική, πρέπει να ενταχθεί σε ένα πλουραλιστικό θεωρητικό πλαίσιο που αναγνωρίζει την πολλαπλότητα των ερμηνειών και την ενσωμάτωση κοινωνικών και πολιτισμικών μεταβλητών.

Θεωρητική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές

Παρά την κριτική, η μέση θεωρία παραμένει θεμελιώδης για τη μεθοδολογία της αρχαιολογίας. Πολλές σύγχρονες προσεγγίσεις, όπως η συμπεριφορική αρχαιολογία[8] και η πραγματιστική ταφονομία (actualistic taphonomy), συνεχίζουν να αξιοποιούν τη λογική των μετασχηματιστικών διαδικασιών.

Η μεταδιαδικαστική αρχαιολογία, αν και διαφοροποιήθηκε θεωρητικά, δεν εγκατέλειψε πλήρως τη μεθοδολογική συνεισφορά της μέσης θεωρίας. Αντίθετα, προσπάθησε να την εμπλουτίσει με έννοιες όπως η πρακτική, η υλική δράση και η ενσώματη γνώση[9]. Έτσι, η σύγχρονη αρχαιολογία τείνει προς μια συνθετική προσέγγιση, όπου οι εμπειρικές και οι ερμηνευτικές διαστάσεις συνυπάρχουν.

Η συμβολή της μέσης θεωρίας δεν έγκειται μόνο στη μεθοδολογία, αλλά και στη θεωρητική ωρίμανση της αρχαιολογίας ως επιστήμης. Έθεσε τις βάσεις για μια κριτική συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο οι αρχαιολόγοι παράγουν γνώση και ερμηνεύουν το παρελθόν.

Παραπομπές

  1. Cribb 1991, 2–3
  2. WebDataWorks MRTCritique: “Relation between general and middle-range theory” (no page)
  3. WebDataWorks MRTCritique: parts “signature patterns” & “inference of past dynamics” (no page)
  4. Binford, 1981.
  5. Schiffer, 1976
  6. Binford, 1968.
  7. Watson, LeBlanc, & Redman, 1971.
  8. Schiffer, 1996.
  9. Dobres, 2000.

Βιβλιογραφία

  • Binford, L. R. (1962). Archaeology as anthropology. American Antiquity, 28(2), 217–225. https://doi.org/10.2307/278380
  • Binford, L. R. (1968). Post-Pleistocene adaptations. In S. R. Binford & L. R. Binford (Eds.), New perspectives in archaeology (pp. 313–341). Aldine. ISBN 9780202010136
  • Binford, L. R. (1977). Forty-seven trips: A case study in the character of archaeological formation processes. In R. V. S. Wright (Ed.), Stone tools as cultural markers (pp. 24–36). Australian Institute of Aboriginal Studies. ISBN 9780855750450
  • Binford, L. R. (1981). Bones: Ancient men and modern myths. Academic Press. ISBN 9780121000358
  • Dobres, M.-A. (2000). Technology and social agency: Outlining a practice framework for archaeology. Blackwell. ISBN 9780631212717
  • Πρότυπο:Cite book
  • Hodder, I. (1982). Symbols in action: Ethnoarchaeological studies of material culture. Cambridge University Press. ISBN 9780521237702
  • Hodder, I. (1991). Reading the past: Current approaches to interpretation in archaeology (2nd ed.). Cambridge University Press. ISBN 9780521276138
  • Johnson, M. (1999). Archaeological theory: An introduction. Blackwell. ISBN 9780631202961
  • Merton, R. K. (1968). Social theory and social structure (Enlarged ed.). Free Press. ISBN 9780029211304
  • Schiffer, M. B. (1976). Behavioral archaeology. Academic Press. ISBN 9780126241503
  • Schiffer, M. B. (1996). Formation processes of the archaeological record. University of Utah Press. ISBN 9780874805133
  • Watson, P. J., LeBlanc, S. A., & Redman, C. L. (1971). Explanation in archaeology: An explicitly scientific approach. Columbia University Press. ISBN 9780231036605
  • Wylie, A. (1985). The reaction against analogy. In M. B. Schiffer (Ed.), Advances in archaeological method and theory (Vol. 8, pp. 63–111). Academic Press. ISBN 9780120031087

Περαιτέρω ανάγνωση

Thomas, David Hurst· Kelly, Robert L. (2006). Archaeology (4th έκδοση). Belmont, California: Thomson Wadsworth. ISBN 978-0-15-505899-6.