Αρχαιολογία: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Γραμμή 18: Γραμμή 18:
κύριο λήμμα: [[αρχαιολογική θεωρία]]<br/>
κύριο λήμμα: [[αρχαιολογική θεωρία]]<br/>
Ως αρχαιολογική θεωρία ή αρχαιολογική σκέψη εννοούνται οι διαφορετικές θεωρήσεις που αναπτύχθηκαν για την πρακτική της αρχαιολογίας και την ερμηνεία των [[αρχαιολογική μαρτυρία|αρχαιολογικών μαρτυριών]]. Ως εφαρμογή της [[φιλοσοφία της επιστήμης|φιλοσοφίας της επιστήμης]] στην αρχαιολογία στο αρχαιολογικό πλαίσιο αναφέρεται επίσης ως φιλοσοφία της αρχαιολογίας<ref>Krieger, William Harvey 2006, ''There be a Philosophy of Archaeology?: Processual Archaeology and the Philosophy of Science'', Lexington BooksΙΣΒΝ 9780739112496</ref><ref>Dark, Ken (2016) The Science of Archaeology, ''Philosophy Now</ref>. Οι διαφορετικές θεωρίες που αναπτύσσονται, σχετίζονται κυρίως με τον σκοπό της αρχαιολογίας ως επιστήμη<ref>Trigger 2007, 1</ref>. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα και την ανάπτυξη της [[τεχνολογία]]ς, με σημαντικότερη την επανάσταση στον τομέα της χρονολόγησης και την ανάπτυξη της μεθόδου χρονολόγησης με [[ραδιοχρονολόγηση|ραδιενεργό άνθρακα]] <sup>14</sup>C από τον αμερικανό χημικό [[Γουίλαρντ Λίμπι]] (Willard Libby) το 1949 και την [[παλυνολογία|παλυνολογική ανάλυση]]<ref>Κουκουζέλη κ.ά. 2000, 52</ref> υπήρχε η γενική αντίληψη πως η αρχαιολογία συνδεόταν στενά μόνον με την [[ιστορία]] και την [[ανθρωπολογία]]. Από τότε άρχισαν να εισάγονται στοιχεία άλλων επιστημών όπως η [[φυσική]], η [[χημεία]], η [[βιολογία]], η [[μεταλλουργία]], η [[Εφαρμοσμένη μηχανική|μηχανική]], η [[ιατρική]], κ.ά., παράγοντας μια αλληλεπικάλυψη και την ανάγκη αναδιαμόρφωσης των θεμελιωδών ιδεών της αρχαιολογίας.
Ως αρχαιολογική θεωρία ή αρχαιολογική σκέψη εννοούνται οι διαφορετικές θεωρήσεις που αναπτύχθηκαν για την πρακτική της αρχαιολογίας και την ερμηνεία των [[αρχαιολογική μαρτυρία|αρχαιολογικών μαρτυριών]]. Ως εφαρμογή της [[φιλοσοφία της επιστήμης|φιλοσοφίας της επιστήμης]] στην αρχαιολογία στο αρχαιολογικό πλαίσιο αναφέρεται επίσης ως φιλοσοφία της αρχαιολογίας<ref>Krieger, William Harvey 2006, ''There be a Philosophy of Archaeology?: Processual Archaeology and the Philosophy of Science'', Lexington BooksΙΣΒΝ 9780739112496</ref><ref>Dark, Ken (2016) The Science of Archaeology, ''Philosophy Now</ref>. Οι διαφορετικές θεωρίες που αναπτύσσονται, σχετίζονται κυρίως με τον σκοπό της αρχαιολογίας ως επιστήμη<ref>Trigger 2007, 1</ref>. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα και την ανάπτυξη της [[τεχνολογία]]ς, με σημαντικότερη την επανάσταση στον τομέα της χρονολόγησης και την ανάπτυξη της μεθόδου χρονολόγησης με [[ραδιοχρονολόγηση|ραδιενεργό άνθρακα]] <sup>14</sup>C από τον αμερικανό χημικό [[Γουίλαρντ Λίμπι]] (Willard Libby) το 1949 και την [[παλυνολογία|παλυνολογική ανάλυση]]<ref>Κουκουζέλη κ.ά. 2000, 52</ref> υπήρχε η γενική αντίληψη πως η αρχαιολογία συνδεόταν στενά μόνον με την [[ιστορία]] και την [[ανθρωπολογία]]. Από τότε άρχισαν να εισάγονται στοιχεία άλλων επιστημών όπως η [[φυσική]], η [[χημεία]], η [[βιολογία]], η [[μεταλλουργία]], η [[Εφαρμοσμένη μηχανική|μηχανική]], η [[ιατρική]], κ.ά., παράγοντας μια αλληλεπικάλυψη και την ανάγκη αναδιαμόρφωσης των θεμελιωδών ιδεών της αρχαιολογίας.
==Η αρχαιολογική μαρτυρία==
κύριο λήμμα: [[αρχαιολογική μαρτυρία]]<br/>
Η [[αρχαιολογική μαρτυρία]] ή αρχαιολογικά δεδομένα είναι τα υλικά κατάλοιπα της αρχαίας ανθρώπινης δραστηριότητας που καταγράφονται από τους αρχαιολόγους. Τα δεδομένα αυτά διακρίνονται σε ''κινητά ευρήματα'' και ''μη κινητά ευρήματα,'' όπως
* τέχνεργα ή τεχνουργήματα (''artefacts''), κινητά αντικείμενα που κατασκεύασε ο άνθρωπος, όπως εργαλεία, αγγεία, νομίσματα, κοσμήματα, μικροαντικείμενα κ.λπ.,
* ανθρωπογενείς κατασκευές, μη κινητά ευρήματα όπως κτίσματα, κατοικίες, δεξαμενές, ναοί, τάφοι κ.λπ.
* οικοδεδομένα ή οικουργήματα, (''ecofacts''), οργανικά και ανόργανα κατάλοιπα του φυσικού περιβάλλοντος που συνδέονται ωστόσο με την ανθρώπινη συμπεριφορά στο εγγύς ή απώτερο παρελθόν, όπως οστά ζώων, σπόροι και καρποί, ιζήματα, μεταλλεύματα κ.λπ.<ref name="koykoyzeli2">Κουκουζέλη,  Αλ. Ε. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας 2000, ''Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο'' Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ISBN 960-538-489-2 σσ. 93-94</ref>


==Παραπομπές==
==Παραπομπές==

Αναθεώρηση της 11:27, 20 Οκτωβρίου 2025

Νεκρική προσωπίδα, γνωστή ως «Μάσκα του Αγαμέμνονα».

Η αρχαιολογία είναι η «μελέτη των αρχαίων πραγμάτων». Ο ακριβής σύγχρονος ορισμός της είναι η «συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του απώτερου ή πιο πρόσφατου ανθρώπινου παρελθόντος μέσω της εφαρμογής θεωρίας και μεθόδου»[1]. Ο όρος βέβαια αναπτύχθηκε στην εξελικτική πορεία της επιστήμης για να περιλαμβάνει πολύ περισσότερα πράγματα στο εννοιολογικό της πλαίσιο.

Το 1948 ο Γουόλτερ Τέιλορ (Walter Taylor) έδωσε έναν πρώτο ορισμό, γράφοντας πως «η αρχαιολογία δεν είναι ιστορία, ούτε ανθρωπολογία. Ως αυτόνομη επιστήμη περιλαμβάνει τη δική της μεθοδολογία και εξειδικευμένες τεχνικές, για τη συγκέντρωση ή παραγωγή πολιτισμικής πληροφόρησης», από έρευνα στερεής ύλης και μνημείων του παρελθόντος.

Σύμφωνα με τον Μόρτιμερ Γουίλερ «ο αρχαιολόγος φέρνει στο φως όχι πράγματα αλλά ανθρώπους»[2], συνεπώς από αυτή την άποψη θεωρούμενη η αρχαιολογία είναι μελέτη ανθρώπινων λειψάνων του παρελθόντος.

Ο όρος «ανθρώπινο παρελθόν» τονίζει το γεγονός ότι η αρχαιολογία δεν μελετά ζώα που έχουν εκλείψει, απολιθώματα ή πετρώματα, καθώς αυτά αποτελούν προϊόν μελέτης της παλαιοντολογίας και της γεωλογίας[1]. Συνεπώς, το χρονικό όριο μελέτης της αρχαιολογίας, σε ό,τι αφορά στο απώτατο παρελθόν, αγγίζει το χρονικό όριο των 2.000.000 ετών Π.Π.[3]

Προσεγγίσεις: Παλαιός και Νέος Κόσμος

Φωτογραφία του Στόουνχεντζ, Ιουλίου 1877.

Στην Ευρώπη και τον Παλαιό Κόσμο γενικότερα η αρχαιολογία διακρινόταν και διακρίνεται ακόμη από μία τάση να εστιάζεται μόνον στα υλικά ευρήματα και φυσικά στις αναγκαίες τεχνικές ανασκαφής και περισυλλογής των ευρημάτων, όπως επίσης και στα εγγενή της θεωρητικά και φιλοσοφικά ζητήματα που τη βοηθούν να επιτύχει τους στόχους της. Στον Νέο Κόσμο η προσέγγιση είναι διαφορετική. Η έρευνα εστιάζεται στις αρχαίες κοινωνίες και τον τρόπο λειτουργίας τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο η αρχαιολογία θεωρείται ένας από τους 4εις τομείς της ανθρωπολογίας. Και για τις δύο προσεγγίσεις βέβαια η επίτευξη του στόχου σήμερα απαιτεί ένα είδος πολυεπιστημονικής και διεπιστημονικής διερεύνησης και προσπάθειας.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα στην βόρεια Αμερική να υπάρχουν λίγα τμήματα αρχαιολογίας και το μεγαλύτερο ποσοστό των αρχαιολόγων να καλύπτει θέσεις σε ανθρωπολογικά τμήματα. Άλλοι αρχαιολόγοι του αποκαλούμενου Νέου Κόσμου ενσωματώνονται στις κλασικές σπουδές, χωρίς αυτό να τους δίνει τη δυνατότητα εμπλοκής στις ανανεούμενες συζητήσεις για την αρχαιολογική θεωρία. Από την άλλη στην Ευρώπη τα τμήματα της αρχαιολογίας είναι διακριτά και συνδέονται στενά με τμήματα ιστορίας. Σε ό,τι αφορά στην ανθρωπολογική προσέγγιση των θεωρητικών ζητημάτων της αρχαιολογίας σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Φραντς Μποάζ, σε σημείο ώστε οι νεότεροι αρχαιολόγοι-ανθρωπολόγοι να μην ενσωματώνουν τους αρχαιότερους πολιτισμούς σε ένα ενιαίο εθνικό περίγραμμα, αλλά να τους διαχειρίζονται εξατομικευμένα. Αντίθετα, στην Ευρώπη, η προσάρτηση της προϊστορίας στο εθνικό εννοιολογικό πλαίσιο ήταν δεδομένη από την αρχή της ανάπτυξης της επιστήμης.[4]

Αρχαιολογική θεωρία

κύριο λήμμα: αρχαιολογική θεωρία
Ως αρχαιολογική θεωρία ή αρχαιολογική σκέψη εννοούνται οι διαφορετικές θεωρήσεις που αναπτύχθηκαν για την πρακτική της αρχαιολογίας και την ερμηνεία των αρχαιολογικών μαρτυριών. Ως εφαρμογή της φιλοσοφίας της επιστήμης στην αρχαιολογία στο αρχαιολογικό πλαίσιο αναφέρεται επίσης ως φιλοσοφία της αρχαιολογίας[5][6]. Οι διαφορετικές θεωρίες που αναπτύσσονται, σχετίζονται κυρίως με τον σκοπό της αρχαιολογίας ως επιστήμη[7]. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα και την ανάπτυξη της τεχνολογίας, με σημαντικότερη την επανάσταση στον τομέα της χρονολόγησης και την ανάπτυξη της μεθόδου χρονολόγησης με ραδιενεργό άνθρακα 14C από τον αμερικανό χημικό Γουίλαρντ Λίμπι (Willard Libby) το 1949 και την παλυνολογική ανάλυση[8] υπήρχε η γενική αντίληψη πως η αρχαιολογία συνδεόταν στενά μόνον με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Από τότε άρχισαν να εισάγονται στοιχεία άλλων επιστημών όπως η φυσική, η χημεία, η βιολογία, η μεταλλουργία, η μηχανική, η ιατρική, κ.ά., παράγοντας μια αλληλεπικάλυψη και την ανάγκη αναδιαμόρφωσης των θεμελιωδών ιδεών της αρχαιολογίας.

Η αρχαιολογική μαρτυρία

κύριο λήμμα: αρχαιολογική μαρτυρία
Η αρχαιολογική μαρτυρία ή αρχαιολογικά δεδομένα είναι τα υλικά κατάλοιπα της αρχαίας ανθρώπινης δραστηριότητας που καταγράφονται από τους αρχαιολόγους. Τα δεδομένα αυτά διακρίνονται σε κινητά ευρήματα και μη κινητά ευρήματα, όπως

  • τέχνεργα ή τεχνουργήματα (artefacts), κινητά αντικείμενα που κατασκεύασε ο άνθρωπος, όπως εργαλεία, αγγεία, νομίσματα, κοσμήματα, μικροαντικείμενα κ.λπ.,
  • ανθρωπογενείς κατασκευές, μη κινητά ευρήματα όπως κτίσματα, κατοικίες, δεξαμενές, ναοί, τάφοι κ.λπ.
  • οικοδεδομένα ή οικουργήματα, (ecofacts), οργανικά και ανόργανα κατάλοιπα του φυσικού περιβάλλοντος που συνδέονται ωστόσο με την ανθρώπινη συμπεριφορά στο εγγύς ή απώτερο παρελθόν, όπως οστά ζώων, σπόροι και καρποί, ιζήματα, μεταλλεύματα κ.λπ.[9]

Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 Κουκουζέλη Αλ. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας (2000) Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο, Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ISBN 960-538-489-2 σσ. 17-85
  2. Wheeler M. (1954) Archaeology from the Earth, Oxford: Oxford University Press σ. 13
  3. Π.Π. δηλαδή προ παρόντος σε αβαθμονόμητη κλίμακα.
  4. Matthew Johnson (2011) Archaeological Theory: An Introduction, 2nd Edition, NJ: Wiley ISBN 978-1-4443-2608-6 σσ. 29-30
  5. Krieger, William Harvey 2006, There be a Philosophy of Archaeology?: Processual Archaeology and the Philosophy of Science, Lexington BooksΙΣΒΝ 9780739112496
  6. Dark, Ken (2016) The Science of Archaeology, Philosophy Now
  7. Trigger 2007, 1
  8. Κουκουζέλη κ.ά. 2000, 52
  9. Κουκουζέλη, Αλ. Ε. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας 2000, Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ISBN 960-538-489-2 σσ. 93-94