Ζωοαρχαιολογία
Η ζωοαρχαιολογία (zooarchaeology) είναι διεπιστημονικός κλάδος της αρχαιολογίας που εστιάζει στη μελέτη των ζωικών υπολειμμάτων από αρχαιολογικούς χώρους, με στόχο την κατανόηση των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και ζώων στο παρελθόν. Περιλαμβάνει την ανάλυση οστών, δοντιών και άλλων βιολογικών υλικών, όπως κελύφη, κέρατα και λέπια, τα οποία παρέχουν πληροφορίες για οικονομικές πρακτικές, διατροφή, οικολογικές αλλαγές και κοινωνικές δομές[1]. Μέσα από τη συστηματική καταγραφή και ταυτοποίηση των ειδών, η ζωοαρχαιολογία συμβάλλει στη χαρτογράφηση προτύπων εκμετάλλευσης ζώων και στη διερεύνηση της εξέλιξης της ανθρώπινης προσαρμογής στο περιβάλλον.
Ο όρος «ζωοαρχαιολογία» τονίζει την αρχαιολογική διάσταση της έρευνας, σε αντίθεση με την «αρχαιοζωολογία», η οποία εστιάζει περισσότερο στη βιολογική και ανατομική μελέτη των ζώων καθαυτών[2]. Ωστόσο, στη σύγχρονη βιβλιογραφία οι δύο όροι συχνά αλληλοεπικαλύπτονται, αντανακλώντας την αυξανόμενη ανάγκη για ολοκληρωμένες προσεγγίσεις που συνδυάζουν αρχαιολογικά, οικολογικά και εξελικτικά δεδομένα. Η συγκεκριμένη επιστήμη γεφυρώνει τις φυσικές επιστήμες και τις ανθρωπιστικές επιστήμες, συμβάλλοντας στην κατανόηση σύνθετων φαινομένων, όπως η ανθρώπινη επίδραση στη βιοποικιλότητα και οι μακροχρόνιες αλληλεπιδράσεις ανθρώπου–περιβάλλοντος[3].
Κεντρικό ρόλο στη ζωοαρχαιολογική ανάλυση κατέχουν οι μεθοδολογικές προσεγγίσεις, όπως η ταφονομία, η ποσοτική ανάλυση (π.χ. NISP και MNI) και η μελέτη παθολογιών ή ιχνών κατεργασίας. Η ταφονομική διερεύνηση επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ ανθρώπινων και φυσικών παραγόντων που επηρέασαν τη διατήρηση των καταλοίπων, ενώ η μορφολογική και μετρική ανάλυση συμβάλλει στη διάκριση άγριων και εξημερωμένων πληθυσμών. Οι προσεγγίσεις αυτές ενισχύουν την αξιοπιστία των ερμηνειών σχετικά με την οικονομία και τις πρακτικές διαβίωσης των παρελθοντικών κοινωνιών.
Η σημασία της ζωοαρχαιολογίας έγκειται στην ικανότητά της να αποκαλύπτει πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς που δεν είναι ορατές από άλλα αρχαιολογικά ευρήματα. Για παράδειγμα, η ανάλυση ηλικιακών και φυλετικών προφίλ ζώων μπορεί να καταδείξει στρατηγικές κτηνοτροφίας, όπως η εκτροφή για κρέας, γάλα ή εργασία, ή πρότυπα κυνηγιού που συνδέονται με εποχικότητα και κοινωνική οργάνωση. Παράλληλα, τροποποιήσεις στα οστά, όπως κοψίματα, καύσεις ή ίχνη εργαλείων, υποδηλώνουν τεχνικές επεξεργασίας και καταναλωτικές πρακτικές[4].
Στη σύγχρονη έρευνα, η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων, γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών (GIS) και βιομοριακών μεθόδων, όπως η ανάλυση σταθερών ισοτόπων και το αρχαίο DNA, έχει επεκτείνει σημαντικά τις δυνατότητες της ζωοαρχαιολογίας. Οι προσεγγίσεις αυτές επιτρέπουν τη διερεύνηση μετακινήσεων ζώων, διατροφικών αλυσίδων και περιβαλλοντικών μεταβολών σε μακροχρόνια κλίμακα. Ως αποτέλεσμα, η ζωοαρχαιολογία εξελίσσεται σε κρίσιμο εργαλείο για την κατανόηση σύγχρονων ζητημάτων, όπως η κλιματική αλλαγή και η διατήρηση ειδών, προσφέροντας ιστορικό βάθος σε τρέχουσες οικολογικές συζητήσεις[5].
Ιστορική εξέλιξη
Η ζωοαρχαιολογία έχει ρίζες στον 19ο αιώνα, όταν τα ζωικά κατάλοιπα χρησιμοποιήθηκαν πρωτίστως ως αποδεικτικά στοιχεία για την αρχαιότητα του ανθρώπου και για τη χρονολόγηση γεωλογικών εποχών στο πλαίσιο των πρώιμων εξελικτικών και γεωλογικών συζητήσεων[6]. Κατά την περίοδο αυτή, η μελέτη των οστών συνδεόταν στενά με τη παλαιοντολογία και τη γεωλογία, με έμφαση στη στρωματογραφία και τη συσχέτιση ειδών με συγκεκριμένα παλαιοπεριβάλλοντα. Στην Ευρώπη, ανασκαφές σε παλαιολιθικούς χώρους, όπως αυτές του John Lubbock το 1865, ενσωμάτωναν ζωικά οστά ως μέσα για την ανασύσταση παλαιοκλιματικών συνθηκών και για την κατανόηση της ανθρώπινης εξέλιξης στο φυσικό περιβάλλον[7]. Παρά τη σημασία τους, οι πρώιμες αυτές προσεγγίσεις αντιμετώπιζαν τα ζωικά κατάλοιπα κυρίως ως συμπληρωματικά δεδομένα και όχι ως ανεξάρτητη πηγή ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Ωστόσο, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, η ανάλυση των ζωικών καταλοίπων περιοριζόταν σε καταλόγους ταξινομικών ειδών, οι οποίοι συντάσσονταν κυρίως από παλαιοντολόγους και φυσιοδίφες, με μικρή ή καθόλου εστίαση στις πολιτισμικές διαστάσεις της ανθρώπινης εκμετάλλευσης των ζώων[8]. Η έλλειψη συστηματικών μεθοδολογιών και θεωρητικών πλαισίων είχε ως αποτέλεσμα τα ζωοαρχαιολογικά δεδομένα να χρησιμοποιούνται αποσπασματικά, συχνά απλώς για την επιβεβαίωση χρονολογήσεων ή περιβαλλοντικών συνθηκών.
Η δεκαετία του 1960–70 σηματοδότησε μια καθοριστική στροφή με την εμφάνιση της «νέας αρχαιολογίας» (processual archaeology), στο πλαίσιο της οποίας η ζωοαρχαιολογία ενσωματώθηκε σε συστηματικές οικολογικές και οικονομικές προσεγγίσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς[9]. Τα ζωικά κατάλοιπα αντιμετωπίστηκαν πλέον ως ποσοτικά δεδομένα ικανά να αποκαλύψουν πρότυπα διατροφής, στρατηγικές επιβίωσης και προσαρμογές σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Στη Βόρεια Αμερική, μελέτες όπως αυτές του Paul Parmalee το 1960 εισήγαγαν συστηματικές αναλύσεις σε ιστορικούς χώρους, συμβάλλοντας στη θεσμοθέτηση της ζωοαρχαιολογίας ως εξειδικευμένου κλάδου εντός της αρχαιολογικής έρευνας[10].
Η μεταδιαδικαστική κριτική της δεκαετίας του 1980 επέκτεινε περαιτέρω το θεωρητικό πλαίσιο της ζωοαρχαιολογίας, εισάγοντας ερμηνείες που εστίαζαν στις κοινωνικές, συμβολικές και ιδεολογικές πτυχές των σχέσεων ανθρώπων και ζώων[11]. Τα ζώα άρχισαν να εξετάζονται όχι μόνο ως οικονομικοί πόροι αλλά και ως φορείς νοήματος, ταυτότητας και κοινωνικής διαφοροποίησης, ξεπερνώντας τη διχοτομία φύσης–πολιτισμού που χαρακτήριζε προηγούμενες προσεγγίσεις.
Σήμερα, η διεθνής ζωοαρχαιολογική κοινότητα, μέσω οργανισμών όπως το ICAZ (ιδρυθέν 1971), προωθεί την παγκόσμια συνεργασία, τη μεθοδολογική τυποποίηση και τη θεωρητική πολυφωνία[12]. Παράλληλα, αναγνωρίζονται προκλήσεις όπως η ανισότητα Βορρά–Νότου στην παραγωγή γνώσης, η πρόσβαση σε πόρους και η εκπροσώπηση διαφορετικών γεωγραφικών και πολιτισμικών εμπειριών, ζητήματα που διαμορφώνουν τις σύγχρονες και μελλοντικές κατευθύνσεις του κλάδου.
Μέθοδοι και τεχνικές
Οι μέθοδοι ξεκινούν από την ανάκτηση υλικού κατά τη διάρκεια της ανασκαφής, όπου η συστηματική κοσκίνιση (mesh 3–5 mm) θεωρείται κρίσιμη για την ανίχνευση μικρών οστών και άλλων εύθραυστων ζωικών καταλοίπων, τα οποία διαφορετικά θα διέφευγαν της προσοχής[13]. Η επιλογή του μεγέθους του κόσκινου επηρεάζει άμεσα τη σύνθεση του δείγματος και, κατά συνέπεια, τις ερμηνείες που αφορούν τη διατροφή, την εκμετάλλευση μικρών ζώων και τις τεχνολογικές πρακτικές των ανθρώπινων κοινοτήτων. Για τον λόγο αυτό, η ανάκτηση συνοδεύεται συχνά από λεπτομερή καταγραφή του αρχαιολογικού πλαισίου και των συνθηκών απόθεσης.
Η ταυτοποίηση των ζωικών καταλοίπων βασίζεται στη χρήση συγκριτικών συλλογών και μορφολογικών παρατηρήσεων, σε συνδυασμό με μετρικές μετρήσεις σύμφωνα με καθιερωμένα πρότυπα (π.χ. von den Driesch 1976). Η διαδικασία αυτή επιτρέπει τη διάκριση ειδών, ηλικιακών ομάδων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, φυλετικών διαφορών, συμβάλλοντας στην ανασύσταση προτύπων εκτροφής και κυνηγιού. Η ποσοτικοποίηση των δεδομένων πραγματοποιείται μέσω μεθόδων όπως το NISP (αριθμός ταυτοποιημένων δειγμάτων), το MNI (ελάχιστος αριθμός ατόμων) και το MNE (ελάχιστος αριθμός στοιχείων), οι οποίες χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά για την αποτίμηση της σχετικής αφθονίας και της αναπαράστασης των σκελετικών στοιχείων[14]. Κάθε μέθοδος ενέχει διαφορετικές μεθοδολογικές παραδοχές, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συγκριτική και κριτική τους εφαρμογή.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην αναγνώριση και ανάλυση προκαταλήψεων που προκύπτουν από ταφονομικές διεργασίες, οι οποίες επηρεάζουν τη διατήρηση, τη θραύση και την επιφανειακή αλλοίωση των οστών. Τέτοιες διεργασίες περιλαμβάνουν σημάδια από σαρκοφάγα, μηχανική τριβή, και φυσικοχημικές μεταβολές, η κατανόηση των οποίων είναι απαραίτητη για τη διάκριση μεταξύ ανθρώπινης δραστηριότητας και φυσικών παραγόντων[15]. Η ταφονομική ανάλυση αποτελεί, συνεπώς, θεμέλιο για την αξιόπιστη ερμηνεία των ζωοαρχαιολογικών συνόλων.
Σύγχρονες τεχνικές περιλαμβάνουν το ZooMS (Zooarchaeology by Mass Spectrometry), το οποίο επιτρέπει την ταυτοποίηση θραυσμάτων μέσω της ανάλυσης πεπτιδίων κολλαγόνου και θεωρείται ιδιαίτερα κατάλληλο για αποσπασματικά υλικά και κληρονομικές συλλογές[16]. Η εφαρμογή της μεθόδου έχει παρουσιάσει ποσοστά επιτυχίας έως 80% σε δείγματα από τη Βόρεια Αμερική, αποκαλύπτοντας taxa όπως ο βίσωνας (Bison) και το μαμούθ (Mammuthus), τα οποία διαφορετικά θα παρέμεναν μη ταυτοποιήσιμα με συμβατικές μορφολογικές μεθόδους[17]. Παράλληλα, αναλύσεις σταθερών ισοτόπων και DNA παρέχουν δεδομένα σχετικά με τη διατροφή, τη χρήση πόρων και τις μεταναστευτικές πρακτικές ζώων και ανθρώπων, ενισχύοντας τη διαχρονική διάσταση των ερμηνειών.
Τέλος, η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων και διαδικτυακών υποδομών, όπως το ZooArchNet, διευκολύνει τη διασύνδεση ζωοαρχαιολογικών δεδομένων με ευρύτερα δίκτυα βιοποικιλότητας (π.χ. GBIF), προωθώντας την ανοικτή επιστήμη και τη συγκριτική έρευνα σε παγκόσμια κλίμακα[18]. Οι τεχνολογικές αυτές εξελίξεις αναδεικνύουν τη ζωοαρχαιολογία ως ένα δυναμικό πεδίο που συνδυάζει παραδοσιακές μεθόδους με καινοτόμες αναλυτικές προσεγγίσεις.
Πίνακας: Μέθοδοι και εφαρμογές
| Μέθοδος | Περιγραφή | Παράδειγμα εφαρμογής | Πηγή |
|---|---|---|---|
| NISP / MNI | Ποσοτικοποίηση δειγμάτων και ατόμων | Ανάλυση οικονομίας | [19] |
| ZooMS | Φασματομετρία για ταυτοποίηση | Μεγαπανίδα Βόρειας Αμερικής | [20] |
| Ταφονομία | Μελέτη τροποποιήσεων | Διάκριση ανθρώπινων και φυσικών επιδράσεων | [21] |
| Ψηφιακή σύνδεση | Darwin Core για δεδομένα | ZooArchNet | [22] |
Εφαρμογές σε ιστορική και προϊστορική αρχαιολογία
Στην ιστορική αρχαιολογία, η ζωοαρχαιολογία αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διερεύνηση ζητημάτων που αφορούν τη διατροφή, την κτηνοτροφία και τις κοινωνικές διαφορές στο πλαίσιο ιστορικά τεκμηριωμένων κοινωνιών. Μέσω της ανάλυσης ζωικών καταλοίπων καθίσταται δυνατή η ανασύσταση καθημερινών πρακτικών κατανάλωσης και η κατανόηση της πρόσβασης σε ζωικούς πόρους από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Σε αποικιακούς χώρους, όπως αυτοί της περιοχής Chesapeake, η ζωοαρχαιολογική έρευνα έχει καταδείξει τη σταδιακή μετάβαση από τη χρήση άγριων ζώων προς την εντατικοποίηση της εκτροφής οικόσιτων ειδών, αντανακλώντας αλλαγές στην οικονομία, την αγροτική οργάνωση και τις πολιτισμικές προτιμήσεις των αποίκων[23].
Παράλληλα, η μελέτη ζωικών καταλοίπων που συνδέονται με υποτελείς ή περιθωριοποιημένες ομάδες προσφέρει κρίσιμες πληροφορίες για κοινωνικές ανισότητες και στρατηγικές επιβίωσης. Στην περίπτωση Αφροαμερικανών σκλάβων, η παρουσία συμπληρωματικών άγριων ειδών στο ζωοαρχαιολογικό αρχείο υποδηλώνει την ενεργή αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος για τη βελτίωση της δίαιτας, πέραν των περιορισμένων παροχών που προσφέρονταν από τα αποικιακά συστήματα[24]. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν ερμηνείες που βλέπουν τη διατροφή όχι μόνο ως βιολογική ανάγκη αλλά και ως πεδίο κοινωνικής διαπραγμάτευσης και πολιτισμικής ανθεκτικότητας.
Σε προϊστορικούς χώρους, η ζωοαρχαιολογία επιτρέπει τη διερεύνηση μακροχρόνιων μετασχηματισμών στις στρατηγικές εκμετάλλευσης των ζώων, ιδίως σε περιόδους μετάβασης. Στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού στη Λιθουανία, η κυριαρχία μικρών οπληφόρων, όπως χοιρίδια και πρόβατα, σε συνδυασμό με τη μείωση της σημασίας του κυνηγιού, αντανακλά την εδραίωση αγροκτηνοτροφικών οικονομιών και την αυξανόμενη εξάρτηση από εξημερωμένα είδη[25]. Η μεταβολή αυτή συνδέεται ευρύτερα με αλλαγές στη χρήση γης, την κοινωνική οργάνωση και την τεχνολογική εξέλιξη.
Ταυτόχρονα, η παρουσία μαλακίων και ψαριών σε προϊστορικά σύνολα υποδηλώνει τη διατήρηση εναλλακτικών πηγών ζωικής πρωτεΐνης, ιδίως σε περιόδους περιβαλλοντικής ή οικονομικής στέρησης[26]. Η εκμετάλλευση υδρόβιων πόρων καταδεικνύει την ευελιξία των προϊστορικών κοινοτήτων και την ικανότητά τους να προσαρμόζονται σε μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Η ζωοαρχαιολογία συμβάλλει επίσης σε ευρύτερα ερευνητικά ζητήματα, όπως οι ανθρώπινες επιδράσεις στη μεγαπανίδα και οι διαδικασίες εξαφάνισης ή μετασχηματισμού των οικοσυστημάτων. Η εφαρμογή του ZooMS επιτρέπει την επανεξέταση κλασικών αρχαιολογικών χώρων, όπως το Lamb Spring, προσφέροντας νέα δεδομένα για τη χρονολόγηση και την ταυτοποίηση μεγάλων θηλαστικών ειδών[27]. Τέλος, σε ψηφιακό επίπεδο, πρωτοβουλίες όπως το ZooArchNet ενσωματώνουν ζωοαρχαιολογικά δεδομένα σε ευρύτερα ερευνητικά πλαίσια, διευκολύνοντας μακροπρόθεσμες μελέτες βιοποικιλότητας και ενισχύοντας τη συγκριτική ανάλυση σε διαχρονική και διαπεριφερειακή κλίμακα[28].
Μελέτες περιπτώσεων
Μια χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής της ζωοαρχαιολογίας προέρχεται από τους οχυρωμένους οικισμούς Garniai 1 και Mineikiškės στη Λιθουανία, οι οποίοι χρονολογούνται μεταξύ 1000 και 500 ΠΚΕ. Η ανάλυση μεγάλου αριθμού οστών (2432 και 7948 αντίστοιχα) αποκαλύπτει σαφή κυριαρχία των χοιριδίων, με τιμές MNI που κυμαίνονται μεταξύ 21 και 16, γεγονός που υποδηλώνει οργανωμένες πρακτικές εκτροφής και σφαγής σε νεαρές ηλικίες, προσανατολισμένες κυρίως στην παραγωγή κρέατος[29]. Η συστηματική αυτή εκμετάλλευση αντανακλά αγροκτηνοτροφικές οικονομίες με έμφαση στην αποδοτικότητα και τη σταθερή παροχή ζωικών πρωτεϊνών.
Τα άλογα και τα βοοειδή εμφανίζονται σε δευτερεύοντα ρόλο στο ζωοαρχαιολογικό σύνολο, ωστόσο φέρουν ενδείξεις χρήσης που συνδέονται περισσότερο με εργασία παρά με άμεση κατανάλωση, υποδηλώνοντας τη σημασία τους στη μετακίνηση, τη γεωργία και πιθανώς στην κοινωνική οργάνωση των κοινοτήτων αυτών[30]. Το κυνήγι εμφανίζεται περιορισμένο, με ποσοστά μεταξύ 6.7% και 9.9%, ενώ η αλιεία φαίνεται να διαδραματίζει ελάχιστο ρόλο στη διατροφή. Αντίθετα, η παρουσία μεγάλου αριθμού μαλακίων (500 δείγματα) υποδηλώνει την αξιοποίηση εναλλακτικών πηγών τροφής, πιθανώς σε περιόδους περιβαλλοντικής πίεσης ή επισιτιστικής κρίσης[31]. Η υψηλή θραύση των οστών, με μέσο βάρος 1–1.7 g ανά τεμάχιο, ερμηνεύεται ως ένδειξη εντατικής επεξεργασίας, πιθανώς για την εξαγωγή μυελού ή λίπους, στοιχείο που ενισχύει την εικόνα στρατηγικής μεγιστοποίησης των διαθέσιμων πόρων[32].
Στη Βόρεια Αμερική, η εφαρμογή του ZooMS σε κληρονομικά δείγματα από χώρους που σχετίζονται με τις πολιτισμικές παραδόσεις Clovis και Folsom έχει προσφέρει νέα δεδομένα για την κατανόηση των πρώιμων ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων με τη μεγαπανίδα. Η ταυτοποίηση ειδών όπως ο Βίσωνας (22 δείγματα) και το Μαμούτ (15 δείγματα) ενισχύει τις γνώσεις σχετικά με τις διαδικασίες εξαφάνισης και τις χρονολογικές τους συσχετίσεις με την ανθρώπινη παρουσία[33]. Παράλληλα, η μελέτη αναδεικνύει σημαντικές μεθοδολογικές προκλήσεις, όπως οι ελλιπείς βιβλιοθήκες αναφοράς πεπτιδίων, οι οποίες περιορίζουν ακόμη την ακρίβεια και το εύρος των ταυτοποιήσεων[34].
Μελλοντικές κατευθύνσεις
Η ζωοαρχαιολογία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις καθιερωμένες αναλυτικές μεθόδους και στις ταχέως αναπτυσσόμενες τεχνολογίες, προωθώντας παράλληλα την ανοιχτή πρόσβαση στα δεδομένα και τη διεθνή επιστημονική συνεργασία[35]. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος περιλαμβάνουν οικονομικές πιέσεις, περιορισμένη χρηματοδότηση και την έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης σε αναπτυσσόμενες περιοχές, γεγονός που εντείνει τις ανισότητες στην παραγωγή και διάχυση της γνώσης[36].
Παρά τις δυσκολίες, η ενσωμάτωση μεθόδων όπως το ZooMS και η αξιοποίηση ψηφιακών υποδομών δεδομένων, όπως το ZooArchNet, προσφέρουν νέες δυνατότητες για τη συμβολή της ζωοαρχαιολογίας σε ζητήματα διατήρησης της βιοποικιλότητας και στη διαμόρφωση πολιτικών βασισμένων σε μακροχρόνιες ιστορικές προοπτικές[37]. Παράλληλα, η έμφαση στην ηθική διαχείριση των συλλογών και στον σεβασμό της πολιτισμικής και επιστημονικής αξίας των υλικών θεωρείται κρίσιμη για τη βιώσιμη ανάπτυξη του πεδίου στο μέλλον[38].
Παραπομπές
- ↑ Gifford-Gonzalez 2018, 1-2.
- ↑ Albarella 2017, 3-4.
- ↑ LeFebvre et al. 2019, 2.
- ↑ Lyman 1987, 94-95.
- ↑ Antonosyan et al. 2024, 1.
- ↑ Gifford-Gonzalez 2018, 5-6.
- ↑ Albarella 2017, 5.
- ↑ Landon 2005, 2-3.
- ↑ Albarella 2017, 6-7.
- ↑ Landon 2005, 3-4.
- ↑ Albarella 2017, 7-8.
- ↑ Albarella 2017, 18-19.
- ↑ Gifford-Gonzalez 2018, 45-46.
- ↑ Lyman 1987, 101-102.
- ↑ Lyman 1987, 94-99.
- ↑ Antonosyan et al. 2024, 2-3.
- ↑ Antonosyan et al. 2024, 4-5.
- ↑ LeFebvre et al. 2019, 4-6.
- ↑ Lyman 1987, 101.
- ↑ Antonosyan et al. 2024, 2.
- ↑ Lyman 1987, 95.
- ↑ LeFebvre et al. 2019, 10.
- ↑ Landon 2005, 12-13.
- ↑ Landon 2005, 15-16.
- ↑ Miceličaitė et al. 2023, 342.
- ↑ Miceličaitė et al. 2023, 345.
- ↑ Antonosyan et al. 2024, 6-7.
- ↑ LeFebvre et al. 2019, 13.
- ↑ Miceličaitė et al. 2023, 342-343.
- ↑ Miceličaitė et al. 2023, 344.
- ↑ Miceličaitė et al. 2023, 345.
- ↑ Miceličaitė et al. 2023, 333.
- ↑ Antonosyan et al. 2024, 4.
- ↑ Antonosyan et al. 2024, 6.
- ↑ Albarella 2017, 20-21.
- ↑ Albarella 2017, 19.
- ↑ LeFebvre et al. 2019, 14.
- ↑ Antonosyan et al. 2024, 8.
Βιβλιογραφία
- Albarella, Umberto. 2017. Zooarchaeology in the twenty-first century: where we come from, where we are now, and where we are going. https://doi.org/10.1093/oxfordhb/9780199686476.013.56
- Antonosyan, Mariya, Eden Hill, Margaret Jodry, Noel Amano, Samantha Brown, Torben Rick, and Nicole Boivin. 2024. A new legacy: potential of zooarchaeology by mass spectrometry in the analysis of North American megafaunal remains. https://doi.org/10.3389/fmamm.2024.1399358
- Gifford-Gonzalez, Diane. 2018. An Introduction to Zooarchaeology. https://doi.org/10.1007/978-3-319-65682-3
- Landon, David B. 2005. Zooarchaeology and Historical Archaeology: Progress and Prospects. https://doi.org/10.1007/s10816-005-2395-7
- LeFebvre, Michelle J., Laura Brenskelle, John Wieczorek, Sarah Whitcher Kansa, Eric C. Kansa, Neill J. Wallis, Jessica N. King, Kitty F. Emery, and Robert Guralnick. 2019. ZooArchNet: Connecting zooarchaeological specimens to the biodiversity and archaeology data networks. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0215369
- Lyman, R. Lee. 1987. Zooarchaeology and Taphonomy: A General Consideration. (Open access PDF: https://ethnobiology.org/sites/default/files/pdfs/JoE/7-1/Lyman1987.pdf)
- Miceličaitė, Viktorija, Giedrė Piličiauskienė, Vytenis Podėnas, Karolis Minkevičius, and Aldona Damuševičienė. 2023. Zooarchaeology of the Late Bronze Age Fortified Settlements in Lithuania. https://doi.org/10.3390/heritage6010017