Μουσειολογία

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Το Μουσείο Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας

Η μουσειολογία, ως επιστήμη, μελετά τη σχέση του ανθρώπου με την πολιτιστική και φυσική κληρονομιά μέσα από τα μουσεία. Από τις απαρχές της στον 19ο αιώνα, όπου εστιαζόταν σε περιγραφικές προσεγγίσεις, έχει εξελιχθεί σε μια διεπιστημονική πρακτική που ενσωματώνει κοινωνιολογία, ανθρωπολογία και ψηφιακές τεχνολογίες. Ο ορισμός του μουσείου από το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) το 2007 τονίζει ότι πρόκειται για "ένα μη κερδοσκοπικό, μόνιμο ίδρυμα στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοιχτό στο κοινό, το οποίο αποκτά, συντηρεί, ερευνά, επικοινωνεί και εκθέτει την υλική και άυλη κληρονομιά της ανθρωπότητας και του περιβάλλοντός της για σκοπούς εκπαίδευσης, μελέτης και απόλαυσης"[1]. Αυτή η εξέλιξη αντανακλά τη μετατόπιση από τις ελιτίστικες συλλογές σε συμπεριληπτικές πρακτικές, με έμφαση στην ανοιχτή πρόσβαση και την ηθική διαχείριση ιερών αντικειμένων.

Ιστορική ανάπτυξη της μουσειολογίας

Οι ρίζες της μουσειολογίας ανάγονται σε πρωτοσυλλογές από προϊστορικούς χρόνους, όπου αντικείμενα όπως εργαλεία και φυλαχτά χρησιμοποιούνταν για πρακτικούς και συμβολικούς σκοπούς[2]. Στον 18ο και 19ο αιώνα, η μουσειογραφία –η περιγραφική προσέγγιση– κυριαρχούσε, με έργα όπως το Museographia του Caspar Friedrich Neickelius (1727), που έβλεπε το μουσείο ως "εικόνα του κόσμου"[3]. Η μετάβαση σε επιστημονική πειθαρχία σηματοδοτήθηκε από τον Philipp Leopold Martin το 1869 και περιοδικά όπως το Zeitschrift für Museologie und Antiquitätenkunde(1877)[4].

Στη δεκαετία του 1960-1980, κεντρικοευρωπαϊκές θεωρίες, όπως του Ζμπίνεκ Ζμπίσλαβ Στράνσκι (Zbyněk Zbyslav Stránský), εισήγαγαν τη "μουσειότητα" (museality) ως ειδική ποιότητα αντικειμένων που τα καθιστά πολιτιστικά σημαντικά, πέρα από την υλική τους μορφή[5]. Ο Στράνσκι διακρίνει τη μουσειολογία σε διαχρονική (ιστορική), συγχρονική (σύγχρονη), θεωρητική, εφαρμοσμένη και εξειδικευμένη, με τη μεταμουσειολογία ως μελέτη της ίδιας της μουσειολογίας[6]. Παράλληλα, η μαρξιστική-λενινιστική προσέγγιση έβλεπε τα μουσεία ως ιδεολογικά εργαλεία για τη διατήρηση κοινωνικής πληροφορίας[7]. Αυτές οι θεωρίες έθεσαν τις βάσεις για μια πιο κριτική ματιά, αναγνωρίζοντας ότι τα μουσεία δεν είναι ουδέτερα, αλλά διαμορφώνουν κοινωνικές αφηγήσεις.

Θεωρητικές προσεγγίσεις και κριτική μουσειολογία

Η "νέα μουσειολογία", που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1980, εστίασε στον κοινωνικό ρόλο των μουσείων, προωθώντας κοινοτικές συμμετοχές και εναλλακτικά μοντέλα όπως τα οικομουσεία[8]. Ο Ζορζ Ανρί Ριβιέρ (Georges Henri Rivière) όρισε το οικομουσείο ως συνδυασμό διατήρησης και ερμηνείας κληρονομιάς σε συγκεκριμένο έδαφος, με τη συμμετοχή της κοινότητας[9]. Η "κριτική μουσειολογία" θέτει ερωτήματα για την εξουσία στα μουσεία, επηρεασμένη από το Διεθνές Κίνημα για τη Νέα Μουσειολογία MINOM, ενώ η "αναστοχαστική μουσειολογία" εστιάζει στην αυτοκριτική των μουσειακών πρακτικών[10].

Μια σημαντική διάσταση είναι η σχέση με το ιερό. Τα μουσεία λειτουργούν ως "κοσμικοί ναοί", μιμούμενα ιερούς χώρους, όπως ναούς και βωμούς, αλλά αποσυνδέοντας τα αντικείμενα από την ιερή τους δύναμη μέσω αποσυμφραζοποίησης[11]. Για παράδειγμα, σε ιθαγενείς πολιτισμούς όπως οι Μαορί, αντικείμενα με ταπού (ιερή απαγόρευση) απαιτούν ηθική διαχείριση, συχνά με επαναπατρισμό[12]. Η μουσειακή διαδικασία (musealisation) παραλληλίζεται με την ιεροποίηση, καθώς μεταρέπει τα αντικείμενα σε "σημεία" σημασίας[13]. Αυτή η προσέγγιση αναδεικνύει ηθικά διλήμματα, ιδίως σε αποικιακά πλαίσια, όπου η απέκδυση από τα συμφραζόμενα οδηγεί σε απώλεια πολιτιστικής αποτελεσματικότητας[14].

Στα υπαίθρια μουσεία, η μουσειολογία εστιάζει στην άυλη κληρονομιά, όπως οι ιστορίες και η ζωντανή ιστορία, για βιωματική μάθηση[15]. Αυτά τα μουσεία χρησιμοποιούν βιώσιμα πολιτιστικά προϊόντα (SCP) για οικονομική αυτοτέλεια, χωρίς βλάβη στην κληρονομιά [16].

Σύγχρονες προκλήσεις, ανοιχτή πρόσβαση και ψηφιακή μετάβαση

Η ανοιχτή πρόσβαση έχει μεταμορφώσει τα μουσεία, ενισχύοντας την προβολή και χρήση συλλογών. Μελέτες δείχνουν αύξηση λήψεων και συνεργασιών, όπως στο Rijksmuseum με 2 εκατομμύρια λήψεις σε τρία χρόνια[17]. Το Smithsonian είδε 1 εκατομμύριο προβολές στα Wikimedia Commons να υπερβαίνουν τις δικές του πλατφόρμες[18]. Τα οφέλη περιλαμβάνουν εξοικονόμηση κόστους, προώθηση έρευνας και αύξηση χρηματοδότησης από ιδρύματα όπως το Bill & Melinda Gates Foundation, που απαιτούν ανοιχτές άδειες[19]. Ωστόσο, κίνδυνοι όπως η απώλεια ελέγχου είναι υπερεκτιμημένοι, με τα κέρδη να υπερτερούν[20].

Η ψηφιακή εποχή εισάγει εικονικά μουσεία, όπου η μουσειολογία επεκτείνεται πέρα από φυσικούς χώρους. Ο ορισμός του εικονικού μουσείου ως "έννοιας που ταυτοποιεί προβληματικές περιοχές του μουσειακού πεδίου"[21] επιτρέπει ευρύτερη πρόσβαση, αλλά θέτει ζητήματα αυθεντικότητας. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μουσειολογία γίνεται "πολυφωνική", με χώρους για νέες ιδέες και κοινοτικές συνεργασίες[22].

Η μουσειολογία και το ιερό στη σύγχρονη κοινωνία

Το ιερό αποτελεί κεντρική πρόκληση. Μουσεία όπως το Sukuma Museum διατηρούν ιερά αντικείμενα σε ζωντανό πλαίσιο, συνδυάζοντας πολιτιστικό και ιερό[23]. Στη Βραζιλία, η μαγεία του Axé ως αφροβραζιλιάνικη κληρονομιά χρησιμοποιείται για πολιτιστική αντίσταση[24]. Ωστόσο, η μετατροπή εκκλησιών σε μουσεία θολώνει τα όρια, απαιτώντας σαφή επικοινωνία ιερών λειτουργιών[25]. Η αποαποικιοποίηση είναι κρίσιμη, όπως στο Moái Hoa Hakananai’a, όπου η μουσειακή εμφάνιση αγνοεί την ιερή σημασία[26].

Η μουσειολογία εξελίσσεται από παραδοσιακές συλλογές σε δυναμικές, συμπεριληπτικές πρακτικές, ενσωματώνοντας την ανοιχτή πρόσβαση και την ηθική διαχείριση. Θεωρίες όπως του Στράνσκι και η νέα μουσειολογία παρέχουν πλαίσιο για βιωσιμότητα, ενώ προκλήσεις όπως το ιερό απαιτούν συνεργασίες. Το μέλλον εστιάζει σε ψηφιακά μουσεία και υπαίθρια μοντέλα, διασφαλίζοντας ότι τα μουσεία παραμένουν χώροι κοινωνικής ανάπτυξης.

Παραπομπές

  1. Desvallées and Mairesse 2010, 56-57.
  2. Šopák 2012, 9-10
  3. Gluziński 1980, 10-12.
  4. Stránský 1984, 13-18.
  5. Stránský 1984, 39.
  6. Stránský 1993, 27
  7. Schreiner 1985, 22-23.
  8. Varine-Bohan 1989, 131.
  9. Rivière 1978, 59
  10. Šopák 2012, 136-149.
  11. Aboudrar 2018, 25-28
  12. Bertin 2018, 39-43
  13. Capurro 2018, 49-53
  14. Gell 1998, 26.
  15. Olinsson 2023, 1-17.
  16. Paardekooper 2015, 127-137
  17. Kelly 2013, 9-10.
  18. Kelly 2013, 11.
  19. Kelly 2013, 6-8.
  20. Kelly 2013, 23-24
  21. Deloche 2001, 59-60.
  22. Weiser 2023, 11-13
  23. Alferova 2018, 29-32.
  24. Morais and Reis 2018, 131-132
  25. Capurro 2016, 239-246.
  26. Cornejo González 2018, n/a

Βιβλιογραφία