Γιόχαν Γιοάχιμ Βίνκελμαν
Ο Γιόχαν Γιοάχιμ Βίνκελμαν, (Johann Joachim Winckelmann 4 Οκτωβρίου 1717 - 8 Ιουνίου 1768) ήταν Αυστριακός θεολόγος, βιβλιοθηκάριος (από το 1748 έως το 1754, στην περίφημη βιβλιοθήκη του κόμητα Heinrich von Bünau στο Nothnitz, κοντά στη Δρέσδη) και επιφανής αρχαιογνώστης. Ο Βίνκελμαν γεννήθηκε στο Στένταλ της Πρωσίας, γιος ενός φτωχού υποδηματοποιού και μίας υφάντριας. Από παιδί ήταν αδύναμος και συχνά άρρωστος, πιθανώς λόγω υποσιτισμού και λοιμώξεων, αλλά έδειξε εξαιρετική νοημοσύνη[1]. Σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Χάλε (1734-1738), όπου παρακολούθησε διαλέξεις αισθητικής, και ιατρική στο Γιένα (1740). Εξαιτίας της φτώχειας του εργάστηκε ως δάσκαλος και βιβλιοθηκάριος, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες[2].
Μετακίνηση στην Ιταλία και επαγγελματική ανάπτυξη Το 1754 ασπάστηκε τον Καθολικισμό και το 1755 μετακόμισε στη Ρώμη, όπου έγινε βιβλιοθηκάριος του Καρδινάλιου Αλεσσάντρο Αλμπάνι και αργότερα Επίτροπος Αρχαιοτήτων. Αυτή η θέση του έδωσε πρόσβαση σε μεγάλες συλλογές αρχαίων έργων, συνδυάζοντας ανάγνωση κειμένων με άμεση παρατήρηση[3]. Μέχρι το 1768, όταν δολοφονήθηκε στην Τριέστη από τον Φραντσέσκο Αρκάντζελι, είχε γίνει κεντρική μορφή στην ευρωπαϊκή διανόηση[4].
Κύρια έργα και θεωρίες
Το πρώτο σημαντικό έργο του ήταν το Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke (1755), όπου υποστήριξε τη μίμηση της ελληνικής τέχνης για την επίτευξη ιδανικής ομορφιάς[5]. Το αριστούργημά του, Geschichte der Kunst des Alterthums (1764), χωρίζεται σε δύο μέρη: θεωρητική ανάλυση προέλευσης τέχνης και ιστορική αφήγηση εξέλιξης από Αιγύπτιους, Ετρούσκους, Έλληνες και Ρωμαίους[6]. Εισήγαγε στυλιστική ταξινόμηση (αρχαϊκό, υψηλό, όμορφο) και εξήγησε την τέχνη μέσω εξωτερικών παραγόντων όπως κλίμα και ελευθερία[7]. Υποτίμησε το χρώμα υπέρ της μορφής, βλέποντας το λευκό μάρμαρο ως ιδανικό, επηρεασμένος από τη γαλλική Querelle du coloris[8].
Συνεισφορά στην ιστορία της τέχνης και την αρχαιολογία
Ο Βίνκελμαν ίδρυσε την τέχνη ως ιστορική επιστήμη, συνδυάζοντας υλικά και λογοτεχνικά τεκμήρια για πολιτιστική ανάλυση[9]. Η έμφασή του στην ελληνική υπεροχή επηρέασε μουσεία και νεοκλασικισμό, αλλά οι κριτικοί του έργου του βλέπουν σύνδεση με τη "λευκή υπεροχή", παρόλο που βασιζόταν σε κλιματικές θεωρίες, όχι φυλετικές[10]. Η πρακτική των αποσπασμάτων (excerpting) του επέτρεψε σύνθεση γνώσεων, ισορροπώντας την ανάγνωση με την παρατήρηση[11].
Η κληρονομιά του Βίνκελμαν είναι διπλή: προώθησε την ελληνική τέχνη ως πρότυπο ελευθερίας και ομορφιάς, εμπνέοντας τη Γαλλική Επανάσταση και αισθητισμό[12]. Ωστόσο, η υποτίμηση toy χρώματος και h εστίαση στο λευκό μάρμαρο (π.χ. Απόλλων Μπελβεντέρε) έχει προκαλέσει συζητήσεις για πολιτιστική προκατάληψη[13]. Παραμένει, ωστόσο, βασικός για την κατανόηση των αρχαίων πολιτισμών, με επιρροή σε φιλοσοφία και λογοτεχνία.
Πίνακας Κύριων Έργων και Χρονολογιών
| Έργο | Χρονολογία | Περιγραφή |
|---|---|---|
| Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke | 1755 | Μίμηση ελληνικής τέχνης για ομορφιά. |
| Geschichte der Kunst des Alterthums | 1764 | Ιστορία τέχνης αρχαιότητας, στυλ και αιτίες. |
| Sendschreiben von den Herculanischen Entdeckungen | 1762 | Αναφορές σε ευρήματα Ηρακλείου. |
Παραπομπές
Βιβλιογραφία
- Dibble, George. 2025. "Johann Joachim Winckelmann: Father of art history." Hektoen International. https://hekint.org/2025/07/29/johann-joachim-winckelmann-father-of-art-history/
- Hammer, Christiane. 2020. "Winckelmann's Excerpts: Reading, Seeing, and Writing the History of Art." Berichte zur Wissenschaftsgeschichte 43 (1): 50–68. https://doi.org/10.1002/bewi.201900026
- Harloe, Katherine. 2019. "Johann Joachim Winckelmann (1717-1768): Charting the artistic development of nations." History of Humanities 4 (2): 229-235. https://doi.org/10.1086/704807
- Hodne, Lasse. 2020. "Winckelmann’s Apollo and the Physiognomy of Race." The Nordic Journal of Aesthetics 29 (59): 6–35. https://doi.org/10.7146/nja.v29i59.120469
- Østermark-Johansen, Lene. 2020. "Winckelmann’s Depreciation of Colour in Light of the Querelle du coloris and Recent Critique." Konsthistorisk tidskrift/Journal of Art History 89 (3): 191–210. https://doi.org/10.1080/00233609.2020.1788636