Αρχαιοκαπηλία

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Λάκκος αρχαιοκάπηλου (αριστερά) στην αρχαία πόλη Κις των Σουμερίων, στο Ιράκ. Θραύσματα κεραμικής (δεξιά), διάσπαρτα κοντά στο λάκκο

Η αρχαιοκαπηλία, (archaeological looting) δηλαδή η παράνομη ανασκαφή, διακίνηση και εμπορία αρχαιοτήτων, συνιστά ένα διαχρονικό και παγκόσμιο πρόβλημα που απειλεί τη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας. Αντικείμενα μεγάλης ιστορικής και πολιτιστικής αξίας αποσπώνται από τον τόπο τους, χάνουν το αρχαιολογικό τους πλαίσιο και καταλήγουν στην αγορά αρχαιοτήτων[1], σε ιδιωτικές συλλογές ή στη μαύρη αγορά. Οι λεηλασίες αυτού του είδους έχουν, επίσης, έχουν συνδεθεί με την οικονομική και πολιτική σταθερότητα ενός έθνους, με τα επίπεδα λεηλασίας να αυξάνονται σε περιόδους κρίσης[2]. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ηθικό ή νομικό· πρόκειται για μια κρίση που αγγίζει την ίδια την έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς[3].

Η σημασία του θέματος είναι διπλή: αφενός, αφορά την επιστημονική απώλεια που συνεπάγεται η καταστροφή των αρχαιολογικών συμφραζομένων[4]· αφετέρου, αγγίζει κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, από την αποδυνάμωση των τοπικών κοινοτήτων έως και τη χρηματοδότηση εγκληματικών δικτύων. Η τυμβωρυχία είναι ένα είδος αρχαιοκαπηλίας, καθώς συχνά περιλαμβάνει την κλοπή αντικειμένων από μία ταφή, τα οποία μπορεί αργότερα να πωληθούν στη μαύρη αγορά[5].

Ιστορικό πλαίσιο

Τα μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο

Η λεηλασία αρχαιοτήτων δεν αποτελεί φαινόμενο του σύγχρονου κόσμου. Ήδη από την αρχαιότητα παρατηρούνται περιστατικά καταστροφής και αφαίρεσης πολιτιστικών θησαυρών. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος καταγράφει περιπτώσεις λεηλασίας ελληνικών ναών από Ρωμαίους κατακτητές, ενώ η αρχαία Ρώμη γέμισε αγάλματα και έργα τέχνης που είχαν αφαιρεθεί από την αρχαία Ελλάδα[6].

Στους νεότερους χρόνους, η λεηλασία πήρε τη μορφή «νόμιμων» συλλογών. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι τα Γλυπτά του Παρθενώνα, που αφαιρέθηκαν από τον λόρδο Έλγιν στις αρχές του 19ου αιώνα και μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο[7]. Η συγκεκριμένη περίπτωση αποκαλύπτει και την την ασάφεια ανάμεσα σε νόμιμη και παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων, καθώς η πράξη του Έλγιν θεωρήθηκε νόμιμη βάσει οθωμανικού φιρμανιού, αλλά σήμερα κρίνεται από πολλούς ως πράξη αρχαιοκαπηλίας[8].

Αίτια της αρχαιοκαπηλίας

Η μεγάλη κιονοστοιχία στη λεωφόρο της Απάμειας.

Η αρχαιοκαπηλία τροφοδοτείται από συνδυασμό παραγόντων:

  • Η διεθνής αγορά τέχνης: Η ζήτηση για αυθεντικά αρχαία αντικείμενα αποτελεί βασικό κίνητρο. Η «γοητεία» της κατοχής ενός μοναδικού κομματιού του παρελθόντος οδηγεί συλλέκτες και εμπόρους στην παραβίαση νόμων και ηθικών αρχών[9].
  • Οικονομική ανέχεια: Σε φτωχές περιοχές με πλούσια αρχαιολογικά αποθέματα, οι τοπικοί πληθυσμοί συχνά καταφεύγουν στην αρχαιοκαπηλία ως μέσο επιβίωσης[10].
  • Πολιτική αστάθεια και πόλεμοι: Κατά τη διάρκεια συγκρούσεων, η λεηλασία μουσείων και μνημείων αποτελεί συχνό φαινόμενο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Ιράκ μετά το 2003 και η Συρία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, όπου αντικείμενα μεγάλης αξίας διοχετεύτηκαν στη μαύρη αγορά[11]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ είναι η Απάμεια ελληνορωμαϊκή πόλη με μεγάλη ακρόπολη στη δυτική περιοχή της σημερινής Συρίας, που βρίσκεται στην όχθη του ποταμού Ορόντη. Είναι ένας σημαντικός αρχαιολογικός χώρος, με αρκετά αξιόλογα ερείπια όπως η Μεγάλη Κιονοστοιχία και ένα μεγάλο ρωμαϊκό θέατρο. Στο χάος που δημιουργήθηκε από τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, ο χώρος έχει λεηλατηθεί και υποστεί εκτεταμένες ζημιές, όπως αποδεικνύεται από δορυφορικές εικόνες της περιοχής[12].

Επιπτώσεις

  • Απώλεια επιστημονικών δεδομένων: Η αρχαιοκαπηλία καταστρέφει το αρχαιολογικό συμφραζόμενο. Ένα αγγείο ή άγαλμα χωρίς πληροφορίες για το σημείο εύρεσης και το στρωματογραφικό του περιβάλλον χάνει την επιστημονική του αξία[13].
  • Αποδυνάμωση τοπικών κοινωνιών: Οι κοινότητες στερούνται την πολιτιστική τους κληρονομιά και την ευκαιρία ανάπτυξης μέσω του πολιτιστικού τουρισμού[14].
  • Χρηματοδότηση εγκληματικών δικτύων: Η αρχαιοκαπηλία συνδέεται με οργανωμένο έγκλημα και σε ορισμένες περιπτώσεις με τη χρηματοδότηση ένοπλων ομάδων[15].

Νομικό και θεσμικό πλαίσιο

Η διεθνής κοινότητα έχει θεσπίσει σημαντικές συμβάσεις:

  • Σύμβαση της UNESCO (1970): Απαγορεύει και αποτρέπει την παράνομη εισαγωγή, εξαγωγή και μεταβίβαση ιδιοκτησίας πολιτιστικών αγαθών[16].
  • Σύμβαση UNIDROIT (1995): Ρυθμίζει την επιστροφή κλεμμένων ή παράνομα εξαχθέντων αντικειμένων[17].

Παράλληλα, οργανισμοί όπως η Ιντερπόλ και η ICOM διατηρούν βάσεις δεδομένων με κλεμμένα αντικείμενα. Ωστόσο, η εφαρμογή των συμβάσεων είναι δύσκολη, καθώς απαιτεί διακρατική συνεργασία και πολιτική βούληση[18].

Στρατηγικές αντιμετώπισης

  • Ενίσχυση τοπικών κοινοτήτων: Εκπαίδευση και ενδυνάμωση, ώστε να προστατεύουν την κληρονομιά τους[19].
  • Ψηφιακή τεχνολογία: Χρήση βάσεων δεδομένων, blockchain και τεχνητής νοημοσύνης για την ιχνηλάτηση αντικειμένων[20].

Ευαισθητοποίηση κοινού: Εκστρατείες ενημέρωσης για τις επιπτώσεις της αρχαιοκαπηλίας[21].

  • Διεθνής συνεργασία: Συνεργασία κρατών, μουσείων και συλλεκτών για τον περιορισμό της ζήτησης[22].

Η αρχαιοκαπηλία δεν αποτελεί απλώς έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας, αλλά βαθιά πολιτιστική και κοινωνική πληγή. Η απώλεια αρχαιολογικού πλαισίου στερεί από την επιστήμη ανεκτίμητες γνώσεις[23], ενώ οι κοινότητες χάνουν ένα μέρος της ιστορικής τους ταυτότητας[24]. Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί διεθνή συνεργασία, θεσμική ενίσχυση και, κυρίως, αλλαγή στάσεων απέναντι στη συλλογή και εμπορία αρχαιοτήτων[25].

Παραπομπές

  1. Brodie and Renfrew 2005, 343.
  2. Kersel 2018, 2.
  3. Titi 2010, 983.
  4. Brodie and Renfrew 2005, 348.
  5. Brodie and Renfrew 2005, 345.
  6. Lakocki 2016, 4.
  7. Titi 2010, 969.
  8. Moore 2007, 3.
  9. Brodie and Renfrew 2005, 350.
  10. Kersel 2018, 4.
  11. Casana 2015, 142.
  12. Tapete et al 2016, 20.
  13. Brodie and Renfrew 2005, 348.
  14. Kersel 2018, 3.
  15. Brodie 2006, 275.
  16. UNESCO 1970, Art. 3.
  17. UNIDROIT 1995, Art. 1.
  18. Brodie and Renfrew 2005, 357.
  19. Kersel 2018, 5.
  20. Tapete et al 2016, 30.
  21. Brodie and Renfrew 2005, 359.
  22. UNESCO 1970, Art. 2.
  23. Brodie and Renfrew 2005, 348.
  24. Kersel 2018, 3.
  25. Titi 2010, 1010.

Βιβλιογραφία