Αρχαιολογική θεωρία
Η αρχαιολογική θεωρία αποτελεί το θεωρητικό πλαίσιο που καθοδηγεί την ερμηνεία των υλικών καταλοίπων του παρελθόντος, επιτρέποντας την κατανόηση των ανθρωπίνων κοινωνιών. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η θεωρία έχει εξελιχθεί από περιγραφικές προσεγγίσεις σε επιστημονικές και ερμηνευτικές μεθόδους. Σήμερα, ενσωματώνει επιστημονικές τεχνικές και οντολογικές προοπτικές, προάγοντας την ανοιχτή πρόσβαση σε δεδομένα για μεγαλύτερη διαφάνεια και συνεργασία. [1] Παρά τις διαφορές, η θεωρία παραμένει δυναμική, ανταποκρινόμενη σε νέα δεδομένα και κοινωνικά ζητήματα. Κύρια Σημεία:
Η έρευνα δείχνει ότι η διαδικαστική αρχαιολογία εστίασε στην επιστημονική αντικειμενικότητα, ενώ η μεταδιαδικαστική εισήγαγε υποκειμενικές ερμηνείες. Σύγχρονες τάσεις, όπως η οντολογική στροφή, προτείνουν ότι τα υλικά κατάλοιπα αντανακλούν διαφορετικές κοσμοθεωρίες, όχι μόνο πολιτισμικές διαφορές. Η ανοιχτή αρχαιολογία προάγει την επαναχρησιμοποίηση δεδομένων, ενισχύοντας την αξιοπιστία και τη συνεργασία, αν και προκλήσεις παραμένουν.
Ιστορική Εξέλιξη
Ιστορική αρχαιολογία
Η αρχαιολογική θεωρία ξεκίνησε με την πολιτισμικο-ιστορική προσέγγιση, εστιάζοντας στην ταξινόμηση αντικειμένων για την ανακατασκευή πολιτισμικών ακολουθιών. [2] Στα μέσα του 20ού αιώνα, η διαδικαστική αρχαιολογία (processual archaeology) εισήγαγε επιστημονικές μεθόδους, βλέποντας τις κοινωνίες ως συστήματα που προσαρμόζονται στο περιβάλλον. [3]
Διαδικαστική αρχαιολογία
Υποστηριζόμενη από τον Lewis Binford, εστίασε σε υποθέσεις και εμπειρική επαλήθευση, ενσωματώνοντας επιστήμες όπως η αρχαιομετρία. [4] Ωστόσο, κριτικάρεται για υπερβολική έμφαση στην αντικειμενικότητα, αγνοώντας κοινωνικές και ιδεολογικές διαστάσεις.
=Μεταδιαδικαστική αρχαιολογία
Από τα 1980s, με εκπροσώπους όπως ο Ian Hodder, εισήγαγε ερμηνευτικές προσεγγίσεις, βλέποντας την αρχαιολογία ως υποκειμενική και πολιτισμικά φορτισμένη. [5] Εστιάζει σε συμβολισμούς και εξουσία, προάγοντας πολλαπλές ερμηνείες.
Σύγχρονες προσεγγίσεις
Η οντολογική στροφή προτείνει ότι τα κατάλοιπα αντανακλούν διαφορετικές πραγματικότητες, χρησιμοποιώντας ontologies για σύνδεση θεωρίας και δεδομένων. [6] Η ανοιχτή αρχαιολογία προωθεί ελεύθερη πρόσβαση, βελτιώνοντας τη διαχείριση δεδομένων. [7]
Η αρχαιολογική θεωρία, ως το θεωρητικό υπόβαθρο της αρχαιολογίας, έχει υποστεί σημαντικές μεταμορφώσεις από τις απαρχές της μέχρι σήμερα. Αρχικά, κατά τον 19ο και αρχές 20ού αιώνα, η πολιτισμικο-ιστορική προσέγγιση κυριάρχησε, εστιάζοντας στην ταξινόμηση και χρονολόγηση υλικών καταλοίπων για την ανακατασκευή πολιτισμικών ομάδων και μεταναστεύσεων. Αυτή η μέθοδος, βασισμένη σε περιγραφικές αναλύσεις, έθεσε τις βάσεις, αλλά έλειπε από θεωρητική βάθος και εξήγηση συμπεριφορών. [8]
Με την εμφάνιση της διαδικαστικής αρχαιολογίας στα 1960s, εισήχθη μια επιστημονική προοπτική. Ο Lewis Binford και άλλοι υποστήριξαν ότι η αρχαιολογία πρέπει να είναι αντικειμενική, χρησιμοποιώντας υποθέσεις, μοντέλα και στατιστικές αναλύσεις για να εξηγήσει πολιτισμικές αλλαγές ως προσαρμογές σε περιβαλλοντικούς και οικονομικούς παράγοντες. Αυτή η προσέγγιση ενσωμάτωσε επιστήμες όπως η γεωφυσική και η αρχαιοβοτανολογία, βλέποντας τις κοινωνίες ως λειτουργικά συστήματα. [9] Ωστόσο, κριτικάρεται για μηχανιστική άποψη, αγνοώντας ιδεολογίες και ατομικές πράξεις. [10] Στα 1980s, η μετα-διαδικαστική αρχαιολογία, με πρωτοστάτες όπως ο Ian Hodder και ο Michael Shanks, αντέδρασε, εισάγοντας ερμηνευτικές και κριτικές θεωρίες. Βλέπει την αρχαιολογία ως κοινωνικά κατασκευασμένη, με έμφαση σε συμβολισμούς, εξουσία και πολλαπλές ερμηνείες. Η υλική κουλτούρα δεν είναι παθητική, αλλά ενεργή στη διαμόρφωση ταυτοτήτων. [11] Αυτή η στροφή επηρεάστηκε από μετα-μοντερνισμό και φεμινισμό, προάγοντας υποκειμενικότητα και πολιτική δέσμευση.
Σήμερα, η θεωρία ενσωματώνει επιστημονικές προσεγγίσεις με θεωρητικές. Οι Martinón-Torres και Killick τονίζουν τη σχέση θεωρίας και αρχαιολογικών επιστημών, όπου τεχνικές όπως η αρχαιομετρία συμβάλλουν σε νέες θεωρίες υλικότητας και τεχνολογικών επιλογών. [12] Η οντολογική στροφή, όπως εξερευνάται από Nuninger et al., προτείνει ontologies για σύνδεση υλικών καταλοίπων με πρακτικές κίνησης, βλέποντας τα ως μέρος διαφορετικών κοσμοθεωριών. Στα case studies από Μάγια, Αμαζόνιο και Γαλλία, δείχνει πώς τυπικά και άτυπα συστήματα διαπλέκονται. [13] Η ανοιχτή αρχαιολογία, όπως περιγράφει η Fernández Cacho, προάγει ελεύθερη πρόσβαση σε δεδομένα, ενισχύοντας επαναχρησιμοποίηση και συνεργασία. Στην Ισπανία, πρωτοβουλίες όπως το Archaeology Data Service δείχνουν πρόοδο, αλλά προκλήσεις όπως η έλλειψη προτύπων παραμένουν. [14] Αυτή η προσέγγιση καθιστά τη θεωρία πιο δημοκρατική, επιτρέποντας κοινωνική συμμετοχή.
Σύγχρονη διαχείριση δεδομένων
Συμπερασματικά, η αρχαιολογική θεωρία εξελίσσεται από περιγραφική σε διεπιστημονική, προάγοντας ανοιχτές πρακτικές για αξιόπιστες, ελέγξιμες ερμηνείες. [15] Μελλοντικά, η ενσωμάτωση τεχνολογιών και ηθικών ζητημάτων θα ενισχύσει την κατανόηση του παρελθόντος.
Βιβλιογραφία
- Martinón-Torres, M., and D. Killick. 2015. Archaeological Theories and Archaeological Sciences. Oxford Handbook of Archaeological Theory. https://doi.org/10.1093/oxfordhb/9780199567942.013.004
- Nuninger, L., et al. 2020. "Linking Theories, Past Practices, and Archaeological Remains of Movement through Ontological Reasoning." Information 11(6):338. https://doi.org/10.3390/info11060338
- Fernández Cacho, S. 2021. "Open Archaeology. Advances and Challenges in the Management of Archaeological Contents." Complutum 32(1):1-20. https://dx.doi.org/10.5209/cmpl.78570
- Shanks, M. 1999. "Post Processual Archaeology and After." Stanford University. https://web.stanford.edu/~mshanks/MichaelShanks/files/140558.pdf
- Earle, T. K., et al. 1987. "Processual Archaeology and the Radical Critique." Current Anthropology 28(4):501-538. https://doi.org/10.1086/203591
- ↑ Martinón-Torres and Killick 2015:2
- ↑ Shanks 1999:3
- ↑ Earle et al. 1987:5
- ↑ Martinón-Torres and Killick 2015:4
- ↑ Shanks 1999:6
- ↑ Nuninger et al. 2020:338
- ↑ Fernández Cacho 2021:4
- ↑ Shanks 1999:2
- ↑ Earle et al. 1987:3-4
- ↑ Martinón-Torres and Killick 2015:5
- ↑ Shanks 1999:5-7
- ↑ Martinón-Torres and Killick 2015:7-9
- ↑ Nuninger et al. 2020:340-342
- ↑ Fernández Cacho 2021:6-8
- ↑ Nuninger et al. 2020:345