Γιόχαν Γιοάχιμ Βίνκελμαν
Ο Βίνκελμαν γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1717 στο Στένταλ της Πρωσίας, γιος ενός φτωχού υποδηματοποιού και μίας υφάντριας. Από παιδί ήταν αδύναμος και συχνά άρρωστος, πιθανώς λόγω υποσιτισμού και λοιμώξεων, αλλά έδειξε εξαιρετική νοημοσύνη[1]. Σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Χάλε (1734-1738), όπου παρακολούθησε διαλέξεις αισθητικής, και ιατρική στο Γιένα (1740). Εξαιτίας της φτώχειας του εργάστηκε ως δάσκαλος και βιβλιοθηκάριος, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες[2].
Μετακίνηση στην Ιταλία και επαγγελματική ανάπτυξη Το 1754 ασπάστηκε τον Καθολικισμό και το 1755 μετακόμισε στη Ρώμη, όπου έγινε βιβλιοθηκάριος του Καρδινάλιου Αλεσσάντρο Αλμπάνι και αργότερα Επίτροπος Αρχαιοτήτων. Αυτή η θέση του έδωσε πρόσβαση σε μεγάλες συλλογές αρχαίων έργων, συνδυάζοντας ανάγνωση κειμένων με άμεση παρατήρηση[3]. Μέχρι το 1768, όταν δολοφονήθηκε στην Τριέστη από τον Φραντσέσκο Αρκάντζελι, είχε γίνει κεντρική μορφή στην ευρωπαϊκή διανόηση[4].
Κύρια έργα και Θεωρίες
Το πρώτο σημαντικό έργο του ήταν το Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke (1755), όπου υποστήριξε τη μίμηση της ελληνικής τέχνης για την επίτευξη ιδανικής ομορφιάς[5]. Το αριστούργημά του, Geschichte der Kunst des Alterthums (1764), χωρίζεται σε δύο μέρη: θεωρητική ανάλυση προέλευσης τέχνης και ιστορική αφήγηση εξέλιξης από Αιγύπτιους, Ετρούσκους, Έλληνες και Ρωμαίους[6]. Εισήγαγε στυλιστική ταξινόμηση (αρχαϊκό, υψηλό, όμορφο) και εξήγησε την τέχνη μέσω εξωτερικών παραγόντων όπως κλίμα και ελευθερία[7]. Υποτίμησε το χρώμα υπέρ της μορφής, βλέποντας το λευκό μάρμαρο ως ιδανικό, επηρεασμένος από τη γαλλική Querelle du coloris[8].
Συνεισφορά στην ιστορία της τέχνης και την αρχαιολογία Ο Βίνκελμαν ίδρυσε την τέχνη ως ιστορική επιστήμη, συνδυάζοντας υλικά και λογοτεχνικά τεκμήρια για πολιτιστική ανάλυση[9]. Η έμφασή του στην ελληνική υπεροχή επηρέασε μουσεία και νεοκλασικισμό, αλλά οι κριτικοί του έργου του βλέπουν σύνδεση με τη "λευκή υπεροχή", παρόλο που βασιζόταν σε κλιματικές θεωρίες, όχι φυλετικές[10]. Η πρακτική των αποσπασμάτων (excerpting) του επέτρεψε σύνθεση γνώσεων, ισορροπώντας την ανάγνωση με την παρατήρηση[11].