Ποσοτική ανάλυση (αρχαιοζωολογία)
Η ποσοτική ανάλυση των ζωικών καταλοίπων αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο της αρχαιοζωολογίας, καθώς επιτρέπει την εκτίμηση της σχετικής αφθονίας και της σημασίας των ειδών μέσα σε ένα αρχαιολογικό σύνολο. Δύο από τις πιο διαδεδομένες μεθόδους που χρησιμοποιούνται είναι ο Αριθμός Αναγνωρισμένων Δειγμάτων (NISP) και ο Ελάχιστος Αριθμός Ατόμων (MNI). Αυτές οι δύο παράμετροι παρέχουν διαφορετικές αλλά αλληλοσυμπληρούμενες εικόνες της παρουσίας ζώων σε έναν χώρο, προσφέροντας δεδομένα για τη διατροφή, την οικονομία και τις πρακτικές επεξεργασίας ζώων[1].
Ο Αριθμός Αναγνωρισμένων Δειγμάτων (NISP)
Ο NISP (Number of Identified Specimens) ορίζεται ως το σύνολο των |οστικών τεμαχίων που έχουν αναγνωριστεί σε επίπεδο είδους ή γένους. Κάθε αναγνωρίσιμο τμήμα —είτε πρόκειται για ολόκληρο οστό είτε για αποσπασμένο θραύσμα— καταγράφεται ως ξεχωριστή μονάδα. Ο δείκτης αυτός είναι ιδιαίτερα χρήσιμος για τη στατιστική ανάλυση, επιτρέποντας τη σύγκριση της σχετικής συχνότητας εμφάνισης διαφορετικών ειδών μεταξύ αρχαιολογικών στρωμάτων ή θέσεων[2].
Για παράδειγμα, αν σε μια ανασκαφή εντοπιστούν 40 αναγνωρίσιμα οστικά τεμάχια προβάτου, 25 αίγας και 10 βοδιού, τότε το NISP αντιστοιχεί σε 40, 25 και 10 αντίστοιχα. Αυτό υποδηλώνει ότι τα πρόβατα ήταν πιθανότατα τα πιο συχνά εκμεταλλευόμενα ζώα στη συγκεκριμένη θέση. Ωστόσο, ο δείκτης αυτός υπερεκτιμά την αφθονία όταν τα οστά είναι έντονα τεμαχισμένα, καθώς πολλά τμήματα του ίδιου οστού μπορούν να μετρηθούν ως διαφορετικά δείγματα[3].
Παρά τον περιορισμό αυτό, ο NISP παραμένει χρήσιμος για μεγάλες συγκρίσεις και για τη μελέτη προτύπων επεξεργασίας και κατανάλωσης. Ιδίως σε πολυάριθμες συλλογές, η στατιστική επεξεργασία των τιμών NISP συμβάλλει στη δημιουργία τυπολογιών χρήσης των ζώων[4].
Ο Ελάχιστος Αριθμός Ατόμων (MNI)
Ο MNI (Minimum Number of Individuals) επιχειρεί να προσδιορίσει τον ελάχιστο αριθμό ζώων που απαιτείται για να εξηγηθεί ο συνολικός αριθμός των οστών ενός είδους. Η μέθοδος αυτή στηρίζεται στην αρχή ότι ένα ζώο διαθέτει μόνο έναν συγκεκριμένο αριθμό κάθε οστού (π.χ. ένα δεξί και ένα αριστερό μηριαίο). Επομένως, εάν βρεθούν τρία δεξιά μηριαία προβάτου, ο MNI για το είδος αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τρία[5].
Σε αντίθεση με τον NISP, ο MNI υποεκτιμά συνήθως την αφθονία, καθώς πρόκειται για συντηρητική εκτίμηση. Παρόλα αυτά, παρέχει πιο αξιόπιστες πληροφορίες για τον πραγματικό αριθμό ζώων που συμμετείχαν σε μια δραστηριότητα (όπως σφαγή, κατανάλωση ή τελετουργία). Επιπλέον, ο MNI είναι ευαίσθητος στον τρόπο ομαδοποίησης των δεδομένων — διαφορετική ταξινόμηση των δειγμάτων (ανά στρώμα, ανά μονάδα ή ανά χώρο) μπορεί να αλλάξει δραστικά τα αποτελέσματα[6].
Συγκριτική αξιολόγηση NISP και MNI
Οι δύο μέθοδοι εξυπηρετούν διαφορετικούς ερευνητικούς σκοπούς και χρησιμοποιούνται συχνά συμπληρωματικά. Ο NISP παρέχει μια στατιστικά συνεπή μέτρηση της αφθονίας, χρήσιμη για συγκρίσεις μεταξύ θέσεων και χρονικών περιόδων. Ο MNI, αντίθετα, είναι καταλληλότερος για την εκτίμηση του αριθμού των ζώων που πράγματι εκμεταλλεύτηκαν οι άνθρωποι[7].
Ο Lyman προτείνει τη χρήση του NISP για πολυμεταβλητές αναλύσεις[8], ενώ ο MNI είναι πιο αξιόπιστος όταν το ζητούμενο είναι η ανασύνθεση των πληθυσμών ή η αναλογία ηλικιών και φύλων. Η εφαρμογή και των δύο δεικτών, σε συνδυασμό με άλλες μεθόδους (όπως το βάρος οστών ή το ποσοστό καύσης), επιτρέπει μια πιο ολιστική προσέγγιση της χρήσης των ζώων από τις αρχαίες κοινωνίες.
Εφαρμογές και ερμηνευτικά παραδείγματα
Η χρήση των δεικτών NISP και MNI έχει εφαρμοστεί σε ποικίλες αρχαιολογικές περιπτώσεις. Σε ανασκαφές της [[Νεολιθική εποχή|Νεολιθικής] Εγγύς Ανατολής, η ανάλυση NISP αποκάλυψε τη σταδιακή αύξηση των εξημερωμένων ειδών εις βάρος των αγρίων[9]. Αντίθετα, στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο, ο συνδυασμός των δύο μεθόδων βοήθησε να αναδειχθεί η τελετουργική διάσταση της κατανάλωσης κρέατος, καθώς ο υψηλός MNI βοοειδών συνδέθηκε με θυσιαστικές πρακτικές[10].
Τέτοιες αναλύσεις δείχνουν ότι οι ποσοτικές μέθοδοι δεν αποτελούν απλώς αριθμητικά εργαλεία, αλλά ερμηνευτικά μέσα που επιτρέπουν τη διερεύνηση της κοινωνικής, οικονομικής και ιδεολογικής σημασίας των ζώων.
Συμπερασματικά
Οι δείκτες NISP και MNI αποτελούν τον πυρήνα της ποσοτικής αρχαιοζωολογικής ανάλυσης. Παρόλο που παρουσιάζουν μεθοδολογικούς περιορισμούς, η συνδυαστική τους χρήση οδηγεί σε μια πολυδιάστατη κατανόηση της ανθρώπινης-ζωικής σχέσης. Η προσεκτική ερμηνεία των δεδομένων τους, σε συνδυασμό με άλλες αναλυτικές τεχνικές, επιτρέπει στους αρχαιοζωολόγους να ανασυνθέσουν όχι μόνο τα είδη και τους αριθμούς των ζώων, αλλά και τις ίδιες τις κοινωνικές πρακτικές και αξίες των αρχαίων κοινοτήτων[11].
Παραπομπές
Βιβλιογραφία
- Davis, S. J. M. (1987). The Archaeology of Animals. B. T. Batsford Ltd. ISBN: 9780713452901
- Halstead, P., & Isaakidou, V. (2011). Political cuisine: Rituals of commensality in the Mycenaean world. American Journal of Archaeology, 115(1), 107–125. doi.org/10.3764/aja.115.1.0107
- Lyman, R. L. (2008). Quantitative Paleozoology. Cambridge University Press. ISBN: 9780521872898
- O’Connor, T. (2014). Animals as Neighbours: The Past and Present of Commensal Species. Liverpool University Press. ISBN: 9781781381588
- Reitz, E. J., & Wing, E. S. (2008). Zooarchaeology. Cambridge University Press. ISBN: 9780521857260
- Zeder, M. A. (2012). The Broad Spectrum Revolution at 40: Resource diversity, intensification, and an alternative to optimal foraging explanations. Journal of Anthropological Archaeology, 31(3), 241–264. doi.org/10.1016/j.jaa.2012.03.003