Μάικλ Μπράιαν Σίφερ

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση

Ο Μάικλ Μπράιαν Σίφερ (Michael Brian Schiffer) είναι εμβληματική μορφή στην αρχαιολογία, γνωστός ως ένας από τους ιδρυτές και κύριους εκφραστές της συμπεριφορικής αρχαιολογίας. Γεννημένος στις 4 Οκτωβρίου 1947 στο Γουίνιπεγκ του Καναδά, ο Σίφερ μετακόμισε νωρίς στις Ηνωμένες Πολιτείες και ανέπτυξε μια καριέρα που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαιολόγοι προσεγγίζουν το αρχαιολογικό αρχείο. Η προσέγγισή του εστιάζει στις διαδικασίες σχηματισμού (formation processes), πολιτιστικές και φυσικές, που μεταμορφώνουν τα τέχνεργα από τη στιγμή της χρήσης τους μέχρι την ανακάλυψή τους[1] Αυτή η θεωρία, που προτάθηκε αρχικά στα μέσα της δεκαετίας του 1970, απορρίπτει την παραδοσιακή άποψη ότι το αρχαιολογικό αρχείο είναι ένα διαφανές "απολίθωμα" αρχαίων κοινωνιών, τονίζοντας αντ' αυτού τις μετασχηματιστικές δυνάμεις που εισάγουν προκαταλήψεις και αλλοιώσεις[2].

Βιογραφία και ακαδημαϊκή πορεία

Ο Σίφερ γεννήθηκε σε μια αγροτική οικογένεια στον Καναδά, αλλά η οικογένειά του μετανάστευσε στο Λος Άντζελες το 1953[3] Σπούδασε ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA), όπου απέκτησε πτυχίο το 1969, και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, λαμβάνοντας μάστερ το 1972 και διδακτορικό το 1973[4]. Από το 1975 έως το 2014, δίδαξε στο ίδιο πανεπιστήμιο, φτάνοντας στη θέση του διακεκριμένου καθηγητή. Παρόλο που ξεκίνησε με επιτόπια έρευνα στην Νοτιοδυτική Αμερική, δεν περιορίστηκε σε γεωγραφικές περιοχές, αλλά εστίασε σε θεματικά ζητήματα όπως η διαχείριση πολιτιστικών πόρων, οι διαδικασίες σχηματισμού, η πειραματική αρχαιολογία και η τεχνολογική αλλαγή[5]. Μετά τη συνταξιοδότησή του, συνέχισε ως ερευνητικός συνεργάτης στο Smithsonian Institution.

Η θεωρητική συνεισφορά στη συμπεριφορική αρχαιολογία

Η συμπεριφορική αρχαιολογία, που προτάθηκε από τον Σίφερ το 1972 και αναπτύχθηκε πλήρως στο βιβλίο του Behavioral Archeology το 1976, προέκυψε ως απάντηση στις ελλείψεις της διαδικαστικής αρχαιολογίας[6]. Ο Σίφερ απέρριψε την υπόθεση ότι το αρχαιολογικό αρχείο αντανακλά άμεσα τις αρχαίες κοινωνίες, τονίζοντας ότι τα τέχνεργα υφίστανται μετατροπές από πολιτιστικές (π.χ. ανακύκλωση, απόρριψη) και φυσικές (π.χ. διάβρωση, ζωικά ίχνη) διαδικασίες[7]. Στο άρθρο του "Toward the Identification of Formation Processes" (1983), ο Σίφερ συνθέτει έρευνες από εθνοαρχαιολογία, πειραματική αρχαιολογία και ταφονομία, κατηγοριοποιώντας τα ίχνη των διαδικασιών σε απλές ιδιότητες τεχνέργων (π.χ. μέγεθος), σύνθετες ιδιότητες (π.χ. ζημιές) και χαρακτηριστικά αποθέσεων[8]. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει την ταυτοποίηση των διαδικασιών πριν από οποιαδήποτε συμπερασματική ανάλυση, καθιστώντας την αρχαιολογία πιο επιστημονική[9]. Παρά τις κριτικές ότι η θεωρία του δεν οδήγησε σε πλήρη παράδειγματική αλλαγή, όπως προέβλεπε ο Kuhn, η συμπεριφορική αρχαιολογία έχει ενσωματωθεί σε πολλές σύγχρονες προσεγγίσεις[10].

Κύρια έργα και μεθοδολογικές καινοτομίες

Μεταξύ των σημαντικότερων έργων του Σίφερ είναι το Behavioral Archeology (1976), όπου εισάγει μοντέλα ροής τεχνημάτων (flow models) για να εξηγήσει πώς τα αντικείμενα περνούν από φάσεις προμήθειας, κατασκευής, χρήσης και απόρριψης[11]. Στο Formation Processes of the Archaeological Record (1987), επεκτείνει αυτές τις ιδέες, παρέχοντας εργαλεία για την αναγνώριση μη τυχαίων προκαταλήψεων στο αρχείο[12]. Άλλα έργα, όπως το Studying Technological Change: A Behavioral Approach (2011), εφαρμόζουν τη θεωρία σε σύγχρονες τεχνολογίες, όπως η ηλεκτρική ενέργεια. Ο Σίφερ ίδρυσε επίσης το Journal of Archaeological Method and Theory, προωθώντας τη θεωρητική συζήτηση[13]. Οι πειραματικές του μελέτες σε κεραμεικά και ηλεκτρικές συσκευές δείχνουν πώς ο υλικός πολιτισμός διαμορφώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά[14].

Επίδραση και kριτική

Η επίδραση του Σίφερ είναι εμφανής στην ενσωμάτωση των ιδεών του σε πεδία όπως η ταφονομία και η γεωαρχαιολογία[15]. Σύμφωνα με αξιολογήσεις, η συμπεριφορική αρχαιολογία συνέβαλε στην κατανόηση ότι οι διαδικασίες σχηματισμού δεν είναι τυχαίες, αλλά δομημένες, επιτρέποντας πιο ακριβή συμπεράσματα[16] . Ωστόσο, κριτικοί υποστηρίζουν ότι η θεωρία του εστιάζει υπερβολικά στη μεθοδολογία, παραβλέποντας ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα[17]. Παρά τις διαφωνίες, το έργο του έχει εμπνεύσει γενιές αρχαιολόγων, καθιστώντας την αρχαιολογία πιο προσεκτική στις ερμηνείες της.

Ο Μάικλ Μπράιαν Σίφερ μεταμόρφωσε την αρχαιολογία, τονίζοντας την ανάγκη κατανόησης των διαδικασιών που διαμορφώνουν το παρελθόν[18]. Η κληρονομιά του προάγει την επιστημονική προσέγγιση που σέβεται την πολυπλοκότητα του αρχαιολογικού αρχείου.

Παραπομπές

  1. Schiffer 1983, 676.
  2. Schiffer 1983, 677.
  3. Schiffer 2011, 301.
  4. Schiffer 2011, 302.
  5. Schiffer 1983, 675.
  6. Skibo et al. 2011, 299.
  7. Schiffer 1983, 676.
  8. Schiffer 1983, 678.
  9. Schiffer 1983, 697.
  10. Skibo et al. 2011, 300.
  11. Schiffer 1983, 676.
  12. Skibo et al. 2011, 303.
  13. Skibo et al. 2011, 302.
  14. Schiffer 1983, 679.
  15. Schiffer 1983, 675.
  16. Skibo et al. 2011, 299.
  17. Skibo et al. 2011, 304.
  18. Schiffer 1983, 697.

Βιβλιογραφία

  • Schiffer, Michael B. 1983. "Toward the Identification of Formation Processes." American Antiquity 48(4):675-706. https://doi.org/10.2307/279771
  • Skibo, James M., Michael B. Schiffer, and J. Jefferson Reid. 2011. "Introduction to Assessing Michael Brian Schiffer and His Behavioral Archaeology." Journal of Archaeological Method and Theory 18(4):299-305. https://doi.org/10.1007/s10816-011-9117-0