Κτίσμα (αρχαιολογία)

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση

Με τον όρο κτίσμα στην αρχαιολογία νοείται κάθε σταθερό αρχιτεκτονικό κατάλοιπο που αποτελεί προϊόν σκόπιμης ανθρώπινης κατασκευαστικής δραστηριότητας και διαμορφώνει ή οριοθετεί τον χώρο.[1] Τα κτίσματα συνιστούν έναν από τους βασικότερους φορείς υλικής πληροφορίας για τις προϊστορικές και ιστορικές κοινωνίες, καθώς ενσωματώνουν επιλογές που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον, τις διαθέσιμες πρώτες ύλες, τις τεχνολογικές δυνατότητες και τις κοινωνικές και ιδεολογικές δομές κάθε εποχής.[2]

Τυπολογία και λειτουργία κτισμάτων

Η αρχαιολογική μελέτη των κτισμάτων περιλαμβάνει την ταξινόμησή τους με βάση τη λειτουργία, τη μορφή και τη χωρική τους ένταξη.[3] Διακρίνονται σε οικιστικά, διοικητικά, παραγωγικά, λατρευτικά, αμυντικά και ταφικά κτίσματα, κατηγορίες που συχνά συνυπάρχουν ή αλληλοεπικαλύπτονται μέσα στον ίδιο οικιστικό χώρο. Η ερμηνεία της λειτουργίας ενός κτίσματος δεν βασίζεται αποκλειστικά στην αρχιτεκτονική του μορφή, αλλά προκύπτει από τη σύνθεση πολλαπλών δεδομένων, όπως η θέση του μέσα στον οικισμό, η σχέση του με άλλα οικοδομήματα, καθώς και τα κινητά ευρήματα που συνδέονται με αυτό.[4]

Κατασκευαστικές τεχνικές και υλικά

Τα κτίσματα αντικατοπτρίζουν τις κατασκευαστικές γνώσεις και την τεχνολογική εξειδίκευση των κοινωνιών που τα δημιούργησαν. Η χρήση λίθου, ωμών ή οπτών πλίνθων, ξύλου και συνδυασμών αυτών των υλικών αποκαλύπτει όχι μόνο πρακτικές ανάγκες, αλλά και κοινωνικές επιλογές ή συμβολικές αξίες.[5] Οι τεχνικές θεμελίωσης, η διάρθρωση των τοίχων, η διαμόρφωση των ανοιγμάτων και η κατασκευή των στεγών αποτελούν αντικείμενο λεπτομερούς ανάλυσης, καθώς επιτρέπουν την αναγνώριση οικοδομικών παραδόσεων και τη χρονολογική ένταξη των κτισμάτων.

Διατήρηση και αναγνώριση στο αρχαιολογικό αρχείο

Η διατήρηση των κτισμάτων στο αρχαιολογικό αρχείο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα υλικά κατασκευής και τις μεταγενέστερες ανθρώπινες ή φυσικές παρεμβάσεις. Σε περιπτώσεις όπου οι ανωδομές δεν σώζονται, η ύπαρξη κτισμάτων τεκμηριώνεται μέσω αρνητικών ή έμμεσων καταλοίπων, όπως τάφροι θεμελίωσης, αποτυπώματα τοίχων στο έδαφος, στρώσεις καταστροφής, καθώς και πασσαλότρυπες που υποδηλώνουν ελαφρύτερες, κατά κανόνα ξύλινες, κατασκευές.[6] Η αναγνώριση και ερμηνεία αυτών των στοιχείων απαιτεί ιδιαίτερη μεθοδολογική προσοχή και συνδυασμό στρωματογραφικής και μικρομορφολογικής ανάλυσης.[7]

Χώρος, κοινωνία και ιδεολογία

Τα κτίσματα δεν αποτελούν απλώς λειτουργικές δομές, αλλά και μέσα έκφρασης κοινωνικών σχέσεων και ιδεολογικών αντιλήψεων. Η οργάνωση του εσωτερικού χώρου, ο έλεγχος της πρόσβασης, η μνημειακότητα ή, αντίθετα, η απλότητα της κατασκευής συνδέονται με ζητήματα εξουσίας, κοινωνικής ιεράρχησης και συλλογικής ταυτότητας.[8] Ιδιαίτερα στα δημόσια και λατρευτικά κτίσματα, η αρχιτεκτονική αποκτά συμβολικό χαρακτήρα και λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας κοινωνικών αξιών και κοσμοαντιλήψεων.

Μεθοδολογικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις

Η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα προσεγγίζει τα κτίσματα μέσα από διεπιστημονικές μεθόδους, συνδυάζοντας την παραδοσιακή ανασκαφική πρακτική με τεχνικές όπως η γεωφυσική διασκόπηση, η αρχιτεκτονική αποτύπωση, η τρισδιάστατη ψηφιακή αναπαράσταση και η ανάλυση οικοδομικών φάσεων. Μέσω αυτών των προσεγγίσεων καθίσταται δυνατή η ανασύνθεση της εξέλιξης ενός κτίσματος στον χρόνο, η κατανόηση των αλλαγών στη χρήση του και η ένταξή του στο ευρύτερο τοπίο.[9]

Συνολικά, τα κτίσματα αποτελούν θεμελιώδη τεκμήρια για τη μελέτη του δομημένου περιβάλλοντος του παρελθόντος. Η ανάλυσή τους επιτρέπει όχι μόνο την ανασύσταση της αρχιτεκτονικής μορφής αρχαίων κοινωνιών, αλλά και την εις βάθος κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι οργάνωσαν τον χώρο, διαμόρφωσαν τις κοινωνικές τους σχέσεις και απέδωσαν νόημα στο υλικό τους περιβάλλον.

Θεωρητικές προσεγγίσεις στη μελέτη των κτισμάτων

Η μελέτη των κτισμάτων στην αρχαιολογία δεν περιορίζεται στη μορφολογική ή τεχνολογική τους ανάλυση, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο που εξετάζει τη σχέση μεταξύ χώρου, κοινωνίας και υλικότητας. Κατά τη διάρκεια του 20ού και του 21ου αιώνα έχουν διαμορφωθεί διαφορετικά θεωρητικά ρεύματα, τα οποία προσφέρουν ποικίλες ερμηνευτικές οπτικές για την κατανόηση του δομημένου περιβάλλοντος του παρελθόντος.[10]

Διαδικαστική αρχαιολογία

Στο πλαίσιο της διαδικαστικής αρχαιολογίας, τα κτίσματα αντιμετωπίζονται κυρίως ως λειτουργικές δομές που αντανακλούν την προσαρμογή των ανθρώπινων κοινωνιών στο φυσικό και κοινωνικό τους περιβάλλον. Η ανάλυση εστιάζει σε μετρήσιμες παραμέτρους, όπως το μέγεθος, η χωρική κατανομή και η κατασκευαστική τεχνολογία, με στόχο την αναγνώριση γενικών προτύπων οργάνωσης του χώρου. Τα κτίσματα θεωρούνται συστήματα που εξυπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η κατοίκηση, η παραγωγή ή η διοίκηση, και η ερμηνεία τους βασίζεται στη λειτουργικότητα και στην οικονομική αποδοτικότητα.[11]

Μεταδιαδικαστική αρχαιολογία

Η μεταδιαδικαστική αρχαιολογία ανέδειξε τον συμβολικό και κοινωνικά φορτισμένο χαρακτήρα των κτισμάτων, αμφισβητώντας την αποκλειστικά λειτουργική ερμηνεία τους. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τα κτίσματα αποτελούν ενεργούς φορείς νοήματος, μέσα από τους οποίους διαπραγματεύονται η ταυτότητα, η εξουσία και η ιδεολογία. Η αρχιτεκτονική μορφή, η μνημειακότητα, η πρόσβαση και η ορατότητα των χώρων ερμηνεύονται ως συνειδητές επιλογές που επικοινωνούν κοινωνικές αξίες και σχέσεις ισχύος.[12]

Αρχαιολογία του χώρου και χωρική θεωρία

Η αρχαιολογία του χώρου επικεντρώνεται στη μελέτη της οργάνωσης και της εμπειρίας του δομημένου περιβάλλοντος. Τα κτίσματα αναλύονται ως τμήματα ευρύτερων χωρικών συνόλων, όπου η θέση, η κατεύθυνση και οι διασυνδέσεις μεταξύ των χώρων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η χωρική θεωρία εξετάζει πώς οι άνθρωποι κινούνται, αλληλεπιδρούν και αντιλαμβάνονται τον χώρο, δίνοντας έμφαση στη σχέση μεταξύ φυσικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και κοινωνικής πρακτικής.[13]

Θεωρία της χωρικής σύνταξης (space syntax)

Η θεωρία της χωρικής σύνταξης (space syntax) αποτελεί ένα εξειδικευμένο αναλυτικό εργαλείο για τη μελέτη της δομής και της λειτουργίας των κτισμάτων και των οικισμών. Μέσω μαθηματικών και γραφικών μοντέλων εξετάζονται οι σχέσεις πρόσβασης, ορατότητας και κίνησης εντός ενός κτισμένου συνόλου. Στην αρχαιολογία, η προσέγγιση αυτή χρησιμοποιείται για την κατανόηση της κοινωνικής οργάνωσης, της ιεράρχησης των χώρων και του ελέγχου της κυκλοφορίας, ιδιαίτερα σε σύνθετα κτιριακά συγκροτήματα, όπως ανάκτορα ή μεγάλα οικιστικά σύνολα.[14][15]

Φαινομενολογικές προσεγγίσεις

Οι φαινομενολογικές προσεγγίσεις εστιάζουν στην ανθρώπινη εμπειρία του χώρου και στον τρόπο με τον οποίο τα κτίσματα γίνονται αντιληπτά μέσω των αισθήσεων. Η αρχιτεκτονική δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως υλική κατασκευή, αλλά ως βιωμένος χώρος που διαμορφώνει πρακτικές, συναισθήματα και μνήμες. Η κατεύθυνση αυτή δίνει έμφαση σε ζητήματα όπως η κλίμακα, το φως, ο ήχος και η κίνηση, προσπαθώντας να ανασυνθέσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι του παρελθόντος βίωναν τα κτίσματα στην καθημερινότητά τους ή σε τελετουργικά πλαίσια.[16]

Αρχαιολογία της πρακτικής και της υλικότητας

Η αρχαιολογία της πρακτικής και της υλικότητας προσεγγίζει τα κτίσματα ως δυναμικές οντότητες που συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής. Τα οικοδομήματα δεν θεωρούνται απλώς παθητικά σκηνικά ανθρώπινης δράσης, αλλά στοιχεία που επηρεάζουν και καθοδηγούν τις πρακτικές, τις κινήσεις και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Η έμφαση δίνεται στις διαδικασίες κατασκευής, χρήσης, συντήρησης και εγκατάλειψης των κτισμάτων, οι οποίες αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά και πολιτισμικά φορτισμένες πράξεις.[17][18]

Κριτικές και συνθετικές προσεγγίσεις

Στη σύγχρονη αρχαιολογική θεωρία παρατηρείται τάση για συνδυασμό διαφορετικών θεωρητικών ρευμάτων, με στόχο την ολιστική κατανόηση των κτισμάτων. Η μορφολογική και λειτουργική ανάλυση συμπληρώνεται από συμβολικές, φαινομενολογικές και κοινωνικές ερμηνείες, ενώ η χρήση ψηφιακών εργαλείων επιτρέπει την ενσωμάτωση ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων. Μέσα από αυτές τις συνθετικές προσεγγίσεις, τα κτίσματα αντιμετωπίζονται ως πολυδιάστατα τεκμήρια που ενσωματώνουν τεχνολογία, κοινωνία, ιδεολογία και εμπειρία.[19]

Παραδείγματα εφαρμογής θεωρητικών προσεγγίσεων στη μελέτη των κτισμάτων

Η θεωρητική εμβάθυνση στη μελέτη των κτισμάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με συγκεκριμένα αρχαιολογικά παραδείγματα. Μέσα από την εφαρμογή διαφορετικών θεωρητικών ρευμάτων σε πραγματικά αρχαιολογικά σύνολα καθίσταται δυνατή η κατανόηση της πολυπλοκότητας του δομημένου χώρου και των κοινωνικών σχέσεων που αυτός ενσωματώνει.

Νεολιθικοί οικισμοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης

Στους νεολιθικούς οικισμούς της Θεσσαλίας και των Βαλκανίων, όπως το Σέσκλο και το Διμήνι, η διαδικαστική αρχαιολογία ερμήνευσε τα κτίσματα ως λειτουργικές μονάδες που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες μόνιμης εγκατάστασης, αποθήκευσης και κοινωνικής αναπαραγωγής. Η τυποποίηση των κατοικιών, η ομοιομορφία των κατασκευαστικών τεχνικών και η επανάληψη χωρικών προτύπων θεωρήθηκαν ενδείξεις σχετικά ισότιμων κοινωνικών δομών.

Η μεταδιαδικαστική προσέγγιση, ωστόσο, ανέδειξε τη συμβολική διάσταση της αρχιτεκτονικής. Η συγκέντρωση των κτισμάτων γύρω από κεντρικούς χώρους, η μνημειακή κατασκευή ορισμένων περιβόλων και η επαναλαμβανόμενη ανακατασκευή κατοικιών στο ίδιο σημείο ερμηνεύτηκαν ως πρακτικές μνήμης και κοινωνικής συνοχής, μέσα από τις οποίες συγκροτούνταν η συλλογική ταυτότητα της κοινότητας.[20]

Μινωικά ανάκτορα της Κρήτης

Τα μινωικά ανάκτορα, όπως της Κνωσού, της Φαιστού και των Μαλίων, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα εφαρμογής της θεωρίας της χωρικής σύνταξης (space syntax). Η ανάλυση των αξόνων κίνησης, των βαθμών πρόσβασης και της ορατότητας των χώρων έχει δείξει ότι το ανάκτορο δεν ήταν ένας ενιαίος και ελεύθερα προσβάσιμος χώρος, αλλά ένα σύνθετο σύστημα ελεγχόμενων διαδρομών.

Οι εσωτερικές αυλές, οι αποθήκες, οι τελετουργικοί χώροι και τα διοικητικά δωμάτια συγκροτούν ένα ιεραρχημένο σύνολο, όπου η πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές ήταν περιορισμένη. Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζει την ερμηνεία των ανακτόρων ως χώρων άσκησης εξουσίας και τελετουργικής διαμεσολάβησης, χωρίς την ανάγκη ύπαρξης οχυρωματικών στοιχείων.[21]

Κλασικά και ελληνιστικά δημόσια κτίρια

Στα κλασικά και ελληνιστικά δημόσια κτίρια, όπως οι ναοί, οι στοές και τα θέατρα, η φαινομενολογική προσέγγιση έχει συμβάλει στην κατανόηση της εμπειρίας του χώρου. Η χωροθέτηση των ναών σε περίοπτες θέσεις, η πορεία προσέγγισης των επισκεπτών και η σταδιακή αποκάλυψη της αρχιτεκτονικής μορφής αποτελούν στοιχεία που διαμορφώνουν μια συγκεκριμένη βιωματική εμπειρία.

Στα θέατρα, η ακουστική, η ορατότητα και η σχέση σκηνής–κοίλου ερμηνεύονται όχι μόνο ως τεχνικές λύσεις, αλλά και ως αρχιτεκτονικές επιλογές που ενίσχυαν τη συλλογική συμμετοχή και την πολιτική διάσταση της θεατρικής πράξης στο πλαίσιο της πόλης-κράτους.[22]

Ρωμαϊκές οικίες και αστικός χώρος

Η αρχαιολογία της πρακτικής και της υλικότητας έχει εφαρμοστεί εκτενώς στη μελέτη των ρωμαϊκών οικιών, ιδίως στην Πομπηία και στο Ηράκλειο. Οι χώροι της οικίας, όπως το αίθριο, το ταβλίνο και το περίστυλο, ερμηνεύονται ως σκηνές κοινωνικής δράσης, όπου η αρχιτεκτονική ρύθμιζε τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ οικοδεσπότη, πελατών και ιδιωτικής οικογένειας.

Η διακόσμηση, τα ίχνη χρήσης των δαπέδων και οι επεμβάσεις τροποποίησης των χώρων καταδεικνύουν ότι τα κτίσματα δεν ήταν στατικά, αλλά μεταβάλλονταν ανάλογα με τις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες των ενοίκων τους.[23][24]

Προϊστορικά τελετουργικά κτίσματα της Δυτικής Ευρώπης

Σε προϊστορικά μνημεία όπως το Στόουνχεντζ, οι φαινομενολογικές και τοπιογραφικές προσεγγίσεις έχουν δώσει έμφαση στη σχέση του κτίσματος με το ευρύτερο τοπίο. Η ευθυγράμμιση με αστρονομικά φαινόμενα, οι οπτικές σχέσεις με φυσικά χαρακτηριστικά και η εμπειρία της κίνησης μέσα στον χώρο ερμηνεύονται ως βασικά στοιχεία τελετουργικής πρακτικής.

Τα κτίσματα αυτά δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως μεμονωμένα μνημεία, αλλά ως κόμβοι μέσα σε ένα συμβολικά φορτισμένο τοπίο, όπου η αρχιτεκτονική, η φύση και η κοινωνική μνήμη συνυφαίνονται.[25]

Παραδείγματα από τη Βυζαντινή και τη Μεσαιωνική αρχαιολογία

Η εφαρμογή σύγχρονων θεωρητικών προσεγγίσεων στη μελέτη των βυζαντινών και μεσαιωνικών κτισμάτων έχει συμβάλει ουσιαστικά στην αναθεώρηση παλαιότερων ερμηνειών που εστίαζαν κυρίως στη μορφολογία ή στη χρονολόγηση. Τα κτίσματα αντιμετωπίζονται πλέον ως δυναμικά στοιχεία κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής συγκρότησης.

Βυζαντινές εκκλησίες και λατρευτικός χώρος

Οι βυζαντινές εκκλησίες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής μεταδιαδικαστικών και φαινομενολογικών προσεγγίσεων. Η αρχιτεκτονική τους μορφή, όπως ο σταυροειδής εγγεγραμμένος τύπος, δεν ερμηνεύεται μόνο ως δομική λύση, αλλά και ως υλική έκφραση θεολογικών αντιλήψεων. Η ιεράρχηση των χώρων (νάρθηκας, κυρίως ναός, ιερό βήμα), η ελεγχόμενη πρόσβαση και η χρήση του φωτός συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης βιωματικής εμπειρίας του ιερού. Η φαινομενολογική προσέγγιση εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι πιστοί κινούνταν μέσα στο κτίσμα, αντιλαμβάνονταν τις εικόνες, τον ήχο της ψαλμωδίας και τη μεταβαλλόμενη φωτεινότητα. Το κτίσμα αντιμετωπίζεται ως ενεργός μεσολαβητής μεταξύ υλικού και άυλου κόσμου, ενισχύοντας τη συλλογική θρησκευτική εμπειρία.[26]

Μοναστηριακά συγκροτήματα

Τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μοναστήρια, όπως εκείνα του Αγίου Όρους ή της Καππαδοκίας, προσφέρονται για την εφαρμογή της αρχαιολογίας της πρακτικής και της χωρικής θεωρίας. Η διάταξη των κτισμάτων γύρω από τον κεντρικό ναό, η σαφής οριοθέτηση των ιδιωτικών και κοινόχρηστων χώρων και η ύπαρξη περιβόλων αντανακλούν τις καθημερινές πρακτικές της μοναστικής ζωής και τις σχέσεις πειθαρχίας και συλλογικότητας.

Η θεωρία της χωρικής σύνταξης έχει χρησιμοποιηθεί για να αναδείξει τον ελεγχόμενο χαρακτήρα της κίνησης εντός των μοναστηριακών συγκροτημάτων, υποστηρίζοντας την ερμηνεία των μοναστηριών ως χώρων κοινωνικής ρύθμισης και πνευματικής απομόνωσης, αλλά και ως οικονομικών και διοικητικών κέντρων.[27]

Βυζαντινή οικιστική αρχαιολογία

Στη μελέτη βυζαντινών οικισμών και κατοικιών, η αρχαιολογία της υλικότητας έχει αναδείξει τον ρόλο των καθημερινών πρακτικών στη διαμόρφωση του δομημένου χώρου. Οι κατοικίες, συχνά κατασκευασμένες από ανακυκλωμένα υλικά (σπολία), παρουσιάζουν ευελιξία και προσαρμοστικότητα, γεγονός που αντανακλά τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής.

Η επαναχρησιμοποίηση παλαιότερων κτισμάτων ή τμημάτων τους ερμηνεύεται όχι μόνο ως πρακτική ανάγκη, αλλά και ως συνειδητή επιλογή που συνδέει το παρόν με το παρελθόν, ενισχύοντας τη συνέχεια και τη μνήμη στον αστικό ιστό.[28]

Μεσαιωνικά κάστρα και οχυρώσεις

Τα μεσαιωνικά κάστρα και οι οχυρώσεις αποτελούν πεδίο εφαρμογής τόσο διαδικαστικών όσο και μεταδιαδικαστικών προσεγγίσεων. Από λειτουργική σκοπιά, αναλύονται ως αμυντικά συστήματα που ανταποκρίνονται σε στρατιωτικές και γεωπολιτικές ανάγκες. Ωστόσο, οι μεταδιαδικαστικές ερμηνείες αναδεικνύουν τον συμβολικό τους χαρακτήρα ως εκφράσεων εξουσίας και ελέγχου του τοπίου.

Η χωροθέτηση των κάστρων σε δεσπόζουσες θέσεις, η μνημειακότητα των πύργων και η διαβάθμιση των εσωτερικών χώρων ενισχύουν την εικόνα της πολιτικής και κοινωνικής κυριαρχίας των ελίτ. Το κάστρο λειτουργεί ταυτόχρονα ως στρατιωτικό οχύρωμα και ως ορατό σύμβολο εξουσίας.[29]

Μεσαιωνικές πόλεις και αστικός χώρος

Στη μελέτη των μεσαιωνικών πόλεων, όπως της Κωνσταντινούπολης ή δυτικοευρωπαϊκών αστικών κέντρων, η αρχαιολογία του χώρου και η χωρική σύνταξη έχουν χρησιμοποιηθεί για την ανάλυση της οργάνωσης του αστικού ιστού. Τα τείχη, οι πύλες, οι κεντρικοί δρόμοι και οι αγορές συγκροτούν ένα σύστημα ελέγχου της κίνησης, της οικονομικής δραστηριότητας και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, καθώς και η χωρική οργάνωση των επαγγελματικών και οικιστικών ζωνών, αντανακλούν τις κοινωνικές ιεραρχίες και τις οικονομικές δομές της μεσαιωνικής κοινωνίας.[30]

Παραπομπές

  1. Parcero Oubiña and Criado Boado 2000, 9.
  2. Parcero Oubiña and Criado Boado 2000, 12.
  3. Gilchrist 2009, 390.
  4. Allison 2004, 62.
  5. Parcero Oubiña and Criado Boado 2000, 12.
  6. Parcero Oubiña and Criado Boado 2000, 15.
  7. Parcero Oubiña and Criado Boado 2000, 22.
  8. Shanks 2004, 6.
  9. Paliou 2015.
  10. Paliou 2015.
  11. Shanks 2004, 4.
  12. Shanks 2004, 2.
  13. Paliou 2015.
  14. Fredrick and van Valkenburgh 2021, 688.
  15. Craane 2009, 1.
  16. Paliou 2015.
  17. Allison 2004, 42.
  18. Hughes 2021, 4.
  19. Paliou 2015.
  20. Runnels 2009, 174.
  21. Vander Beken 2015, 141.
  22. Gilchrist 2009, 396.
  23. Allison 2004, 62.
  24. Hughes 2021, 7.
  25. Paliou 2015.
  26. Papalexandrou and Caraher 2020.
  27. Popovic 2021.
  28. Papalexandrou and Caraher 2020.
  29. Gilchrist 2009, 390.
  30. Craane 2009, 1.

Βιβλιογραφία

Περαιτέρω ανάγνωση

Γενική αρχαιολογική θεωρία

  • Binford, Lewis R. (1977). For Theory Building in Archaeology. New York: Academic Press.
  • Hodder, Ian (1986). Reading the Past: Current Approaches to Interpretation in Archaeology. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Renfrew, Colin & Bahn, Paul (2016). Archaeology: Theories, Methods and Practice. 7η έκδοση. London: Thames & Hudson.
  • Renfrew C. Bahn P., Αρχαιολογία: Θεωρίες, μεθοδολογία και πρακτικές εφαρμογές, (μτφρ. Ι. Καραλή-Γιαννακοπούλου) Καρδαμίτσας, (Αθήνα, 2001)
  • Sharer R.J., Ashmore W., Fundamentals in Archeology, The Benjamin/Cummings Publishing Company, (Menlo Park, 1979)

Χώρος και αρχιτεκτονική

  • Hillier, Bill & Hanson, Julienne (1984). The Social Logic of Space. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Lawrence, Denise L. & Low, Setha M. (1990). «The Built Environment and Spatial Form». Annual Review of Anthropology, 19, σσ. 453–505.
  • Rapoport, Amos (1990). The Meaning of the Built Environment. Tucson: University of Arizona Press.

Φαινομενολογία και τοπίο

  • Ingold, Tim (2000). The Perception of the Environment: Essays on Livelihood, Dwelling and Skill. London: Routledge.
  • Tilley, Christopher (1994). A Phenomenology of Landscape: Places, Paths and Monuments. Oxford: Berg.

Υλικότητα και κοινωνική αρχαιολογία

  • Bourdieu, Pierre (1977). Outline of a Theory of Practice. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Gosden, Chris (1994). Social Being and Time. Oxford: Blackwell.
  • Meskell, Lynn (επιμ.) (2005). Archaeologies of Materiality. Oxford: Blackwell.

Βυζαντινή και Μεσαιωνική αρχαιολογία

  • Creighton, Oliver (2012). Early European Castles. London: Bloomsbury.
  • Gilchrist, Roberta (1999). Gender and Archaeology: Contesting the Past. London: Routledge.
  • James, Liz (επιμ.) (2012). The Byzantine World. London: Routledge.
  • Mango, Cyril (1986). Byzantine Architecture. New York: Rizzoli.
  • Ousterhout, Robert (1999). Master Builders of Byzantium. Princeton: Princeton University Press.