Βυζαντινή αρχαιολογία

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση

Η βυζαντινή αρχαιολογία εξετάζει την υλική κουλτούρα, την πόλη και το τοπίο της ανατολικής ρωμαϊκής (βυζαντινής) αυτοκρατορίας με στόχο να συμπληρώσει ή και να αναθεωρήσει τα συμπεράσματα των κειμενικών πηγών. Η τελευταία δεκαετία έχει δείξει σημαντική αύξηση των σωστικών ανασκαφών, των περιφερειακών δειγματοληψιών και της διασταύρωσης αρχαιολογίας — γεωεπιστημών, κάτι που μετασχηματίζει τις ερμηνείες για την αστική συνέχεια και τις αλλαγές στη γεωοικονομία[1].

Μέθοδοι και τεχνικές: ποικιλία και διεπιστημονικότητα

Σήμερα η βυζαντινή αρχαιολογία δεν ταυτίζεται μόνο με ανασκαφές ναών και λειψάνων. Περιλαμβάνει γεωαρχαιολογία, γεωφυσικές έρευνες, δειγματοληψίες για ραδιοχρονολόγηση, GIS και ναυπηγική ανάλυση ναυαγίων. Η συνδυασμένη χρήση γεωφυσικών μεθόδων και ψηφιακών χαρτογραφήσεων επιτρέπει την ανάγνωση θεμελιωδών υποδομών (υδρευτικά δίκτυα, δεξαμενές, λιμένες) που αλλιώς θα έμεναν αόρατες μέσα στην υπερκείμενη σύγχρονη πόλη[2].

Η αστική αρχαιολογία: παρελθόν μέσα στην πόλη (περίπτωση Κωνσταντινούπολης)

Οι μελέτες για την υδρευτική υποδομή της Κωνσταντινούπολης δείχνουν πόσο καθοριστική ήταν η διαχείριση του νερού για τη μακροβιότητα της πόλης. Oι μεγάλοι αγωγοί και ένα εκτεταμένο δίκτυο δεξαμενών επέτρεψαν την παροχή και την αποθήκευση νερού για δημόσια λουτρά, παλάτια και |πληθυσμούς εκατοντάδων χιλιάδων. Η αρχαιολογική ανάγνωση των γραμμών αυτών, σε συνδυασμό με χαρτογραφικά στοιχεία, δείχνει επανερμηνεία διαδρομών και της χωροθέτησης μεγάλων δεξαμενών[3].

Κλασικά παραδείγματα: τα καταστήματα-αποθήκες του Σάρδεων

Το παράδειγμα των «Βυζαντινών καταστημάτων» στις Σάρδεις (ανασκαφική μονάδα Harvard) είναι εξαιρετικά σημαντικό επειδή πρόκειται για σχεδόν «σφραγισμένα» στρώματα καταστημάτων με το πλήρες περιεχόμενο τους, που επιτρέπουν την άμεση μελέτη της μικροοικονομίας, του εξοπλισμού και των τεχνέργων της ύστερης αρχαιότητας/βυζαντινής περιόδου. Η λεπτομερής δημοσίευση του J. S. Crawford τεκμηριώνει την κατά χώραν αποθήκευση εμπορευμάτων, εργαλεία μικροτεχνίας και τη χωροθέτηση εμπορικών λειτουργιών μέσα στην πόλη[4].

Περιφέρεια, αγροτική αρχαιολογία και μικρής κλίμακας πληθυσμιακές αλλαγές

Πέρα από τις πρωτεύουσες, πρόσφατες συνθετικές εργασίες για την Κρήτη αποτυπώνουν αυξανόμενο όγκο δεδομένων από επιφανειακές έρευνες, ναυαγιαιρέσεις και σωστικές ανασκαφές, οι οποίες αναδιαμορφώνουν την εικόνα της συνεχιζόμενης κατοίκησης σε νησιωτικές περιοχές και της μετασχηματισμένης οικονομίας μετά την ύστερη αρχαιότητα. Τα συνδυασμένα δεδομένα οδηγούν στην ιδέα διαφοροποιημένων τοπικών σεναρίων ανάκαμψης και επαναδιαπραγμάτευσης δικτύων ανταλλαγής[5].

Υλικό πολιτισμού: φαγεντιανή, νόμισμα, μέταλλα, και μικροαντικείμενα

Η βυζαντινή αρχαιολογία ωφελείται ιδιαίτερα από αναλύσεις μικροτεμαχίων (micro-artefacts). Κεραμεικά, νομίσματα και εργαλεία αποκαλύπτουν πρότυπα συναλλαγών, χρονολόγησης και συνεχούς τεχνολογικής ενημέρωσης. Ιδιαίτερα τα νομισματικά σύνολα και οι στρωματογραφικές συσχετίσεις τους εξακολουθούν να αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο για συγκρίσιμες χρονολογήσεις — και όπου υπάρχει σφραγισμένη κατά χώραν συσσώρευση, όπως στα καταστήματα των Σάρδεων, τα συμπεράσματα για τοπικές πρακτικές γίνονται εξαιρετικά ισχυρά[6].

Προκλήσεις: χρονολόγηση, μεταγενέστερη χρήση και πολιτική πρόσβασης

Η χρονολόγηση βυζαντινών επίχωσεων και κτισμάτων παραμένει δύσκολη, καθώς η επιτόπια επαναχρησιμοποίηση λίθων, μεταγενέστερες οικοδομικές φάσεις και η έλλειψη συνεκτικών στρωματογραφιών σε παλαιότερες ανασκαφές δυσχεραίνουν τη συστηματική χρονολογική οριοθέτηση. Επιπλέον, η σύγχρονη αστική ανάπτυξη και οι σωστικές ανασκαφές δημιουργούν ένα πεδίο όπου τα αρχαιολογικά ευρήματα συχνά αποκαλύπτονται με πιεστικούς χρόνους και περιορισμούς τεκμηρίωσης[7].

Συμπεράσματα και προοπτικές

Η βυζαντινή αρχαιολογία σήμερα κινείται προς όλο και πιο διεπιστημονικές και δικτυακές μεθόδους· η ανασυγκρότηση των αστικών υποδομών (π.χ. υδρευτικά δίκτυα), οι πλήρεις μονογραφίες φωτίζουν καθημερινές πρακτικές (π.χ. τα καταστήματα στις Σάρδεις) και οι περιφερειακές σύνθετες μελέτες (π.χ. Κρήτη) αμφισβητούν παλαιότερα, μονοδιάστατα σχήματα «παρακμής» και «σκοτεινών αιώνων». Το επερχόμενο στοίχημα είναι η δημιουργία ανοικτών βάσεων δεδομένων (open databases), η καλύτερη ψηφιακή τεκμηρίωση και η συνέργεια τοπικών αρχαιολογικών υπηρεσιών με διεθνείς ερευνητικές ομάδες —προϋποθέσεις ώστε τα νέα ευρήματα να οδηγήσουν σε επαληθεύσιμες, συγκριτικές ιστορίες της βυζαντινής υλικότητας[8].

Παραπομπές

  1. Moles 2023, 85.
  2. Ward, Crow & Crapper 2017, 178.
  3. Ward, Crow & Crapper 2017, 186–190.
  4. Crawford 1990, 21–34.
  5. Moles 2023, 95–100.
  6. Crawford 1990, 58–63; Moles 2023, 92.
  7. Ward, Crow & Crapper 2017, 192; Moles 2023, 101–103.
  8. Moles 2023, 104–106; Ward, Crow & Crapper 2017, 193.

Βιβλιογραφία

  • Crawford, J. Stephens. 1990. The Byzantine Shops at Sardis. Archaeological Exploration of Sardis, Monograph 9. Cambridge, MA: Harvard University Press. ISBN: 0674089685. (PDF avail.: https://commons.library.stonybrook.edu/amar/90).
  • Moles, Anna. 2023. “The past 15 years of archaeological work on Roman and Byzantine Crete.” Archaeological Reports 69:85–106. https://doi.org/10.1017/S0570608423000042
  • Ward, Kate; Crow, James; Crapper, Martin. 2017. “Water-supply infrastructure of Byzantine Constantinople.” Journal of Roman Archaeology 30, 175–195. https://doi.org/10.1017/S1047759400074079
  • Dark, Ken; Özgümüş, Ferudun. 2013. Constantinople: Archaeology of a Byzantine Megapolis. Final Report on the Istanbul Rescue Archaeology Project 1998–2004. Oxbow Books. ISBN: 9781782971719. (διεθνώς διαθέσιμο).
  • Dumbarton Oaks Research Library and Collection. Dumbarton Oaks Papers — ανοικτή πρόσβαση (κατάλογος/αρχείο άρθρων και μονογραφιών). (γενική πηγή για σύγχρονες μονογραφίες και άρθρα).