Κλασική αρχαιολογία
Η κλασική αρχαιολογία, ως κλάδος αφιερωμένος στον υλικό πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης, έχει υποστεί σημαντικές μεταμορφώσεις από την έναρξή της. Αρχικά καθοδηγούμενη από περιέργεια και αυτοκρατορικές φιλοδοξίες, έχει εξελιχθεί σε ένα αυστηρό πεδίο που ενσωματώνει επιστημονικές μεθόδους, ανθρωπολογικές προοπτικές και ηθικούς προβληματισμούς.
Ιστορικές απαρχές Οι βάσεις της κλασικής αρχαιολογίας ανιχνεύονται στην Αναγέννηση, αλλά ο κλάδος διαμορφώθηκε επισήμως στα μέσα του 18ου αιώνα εν μέσω του ενδιαφέροντος του Διαφωτισμού για την αρχαιότητα. Το έργο του Γιόχαν Γιοακίμ Βινκελμαν (Johann Joachim Winckelmann) Geschichte der Kunst des Alterthums (1764) καθιέρωσε θεωρητικό πλαίσιο ταξινομώντας διαφορετικά στυλ αρχαίας τέχνης και συνδέοντάς τα με ιστορικά κείμενα[1]. Οι ανασκαφές στο Herculaneum (1738) και την Πομπηία (1748) σηματοδότησαν πρώιμες συστηματικές προσπάθειες, αν και συχνά προσανατολισμένες στην αναζήτηση θησαυρών, με τα ευρήματα να ανακατανέμονται σε όλη την Ευρώπη για ενίσχυση πολιτιστικού κύρους[2]. Στον 19ο αιώνα, ο εθνικισμός ώθησε το πεδίο. Οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν (Heinrich Schliemann) στην Τροία (δεκαετία 1870) και τις Μυκήνες εκλαΐκευσαν τις "μεγάλες ανασκαφές", συνδυάζοντας μύθο με αρχαιολογία, ενώ ιδρύματα όπως το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο (1871) και η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα (1881) θεσμοθέτησαν την έρευνα[3]. Αυτές οι προσπάθειες δεν ήταν χωρίς διαμάχες. Η αφαίρεση των Μαρμάρων του Παρθενώνα από τον Λόρδο Έλγιν (1801-1812) αποτελεί παράδειγμα αποικιακής πολιτισμικής πρακτικής, τροφοδοτώντας συνεχιζόμενες συζητήσεις για επαναπατρισμό[4]. Η περίοδος είδε να αναδύεται μια ιεραρχία ευρημάτων, με προτίμηση στην αρχιτεκτονική και τη γλυπτική έναντι των καθημερινών τεχνέργων. Στον αντίποδα μελετητές όπως ο Τζον Μπήζλυ (John Beazley) κατέγραψαν αγγεία για απόδοσή τους σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες[5].