Εξελικτική αρχαιολογία
Η εξελικτική αρχαιολογία (evolutionary archaeology) αποτελεί σημαντική θεωρητική παράδοση που ερμηνεύει τα αρχαιολογικά δεδομένα μέσω των αρχών της εξελικτικής βιολογίας. Επιχειρεί, δηλαδή, να εξηγήσει τις αλλαγές στο πολιτισμικό παρελθόν χρησιμοποιώντας αρχές και μεθόδους εμπνευσμένες από τη βιολογική εξέλιξη: ποικιλότητα, κληρονομικότητα, επιλογή και τυχαίες διεργασίες (drift). Κεντρική υπόθεση είναι ότι τα υλικά κατάλοιπα —τα αντικείμενα και τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά— μπορούν να ερμηνευθούν ως «παρατηρήσιμα» στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς που υφίστανται διαδικασίες παρόμοιες με τις εξελικτικές[1].
Θεωρητικό πλαίσιο: από τη βιολογία στην πολιτισμική εξέλιξη
Η σύγχρονη βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι το πολιτισμικό σύστημα μπορεί να μελετηθεί μέσα σε ένα «ενοποιημένο» εξελικτικό πλαίσιο. Δηλαδή οι μέθοδοι της βιολογικής μακρο- και μικρο-εξέλιξης (phylogenetics, population models, πειραματικές αλυσίδες μετάδοσης) προσφέρονται για πολιτισμική εφαρμογή, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις για τις ιδιαιτερότητες της πολιτισμικής κληρονομιάς[2]. Η δυνατότητα εφαρμογής φυλογενετικών αναλύσεων για να αποφευχθεί το πρόβλημα του Γκάλτον (Galton’s problem)[3] και η χρήση μοντέλων πληθυσμιακής δυναμικής αντιπροσωπεύουν σημαντικές προόδους στη μεθοδολογία της εξελικτικής αρχαιολογίας[4].
Μεθοδολογίες και εργαλεία

Οι κύριες μεθοδολογικές «συστάδες» στην εξελικτική αρχαιολογία περιλαμβάνουν: (α) αναλύσεις φυλογενετικού τύπου σε μορφολογικά ή τεχνολογικά χαρακτηριστικά[5], (β) μαθηματικά/πληθυσμιακά μοντέλα (π.χ. μεταδόσεις, drift, επιλογή), (γ) πειραματικές προσεγγίσεις (transmission-chain experiments) και (δ) υπολογιστικές προσομοιώσεις. Η σύζευξη μακρο- (αρχειακό υλικό, μακρο-ποσοτικά μοτίβα) και μικρο-επιπέδου (δοκιμές κοινωνικής μάθησης, προτιμήσεις μεταβίβασης) δίνει πλουσιότερες ερμηνείες από την αποκλειστική χρήση μίας μόνο μεθόδου[6].
Παραδείγματα εφαρμογής
Πρακτικές εφαρμογές περιλαμβάνουν μελέτες για την εξέλιξη των μορφών λίθινων εργαλείων, τη χρήση τεχνολογικών πακέτων μέσω της εκτίμησης «κληρονομικών» χαρακτηριστικών, και την ποσοτική διάκριση λειτουργικών (selection) vs. ουδέτερων (drift) διεργασιών. Έρευνες που χρησιμοποιούν φυλογενετικές και δικτυακές μεθόδους έχουν αποδώσει λογικές ενδείξεις γραμμών καταγωγής σε τεχνοτροπίες, ενώ πειράματα μετάδοσης αποκαλύπτουν τις γνωστικές/μαθησιακές προκαταλήψεις που οδηγούν σε συνεπή μακρο-παρατηρήσιμα μοτίβα[7]
Παραπομπές
- ↑ Mesoudi et al. 2006, 1–3.
- ↑ Mesoudi 2006, 12, 31.
- ↑ Το “Galton’s problem” (το «πρόβλημα του Galton») είναι ένας θεμελιώδης μεθοδολογικός προβληματισμός στις κοινωνικές επιστήμες, την ανθρωπολογία και την εξελικτική αρχαιολογία, που αφορά την ψευδή ανεξαρτησία των πολιτισμικών δεδομένων. Το Galton’s problem αναφέρεται στον κίνδυνο να αντιμετωπίζουμε πολιτισμικές μονάδες (κοινωνίες, πολιτισμούς ή παραδόσεις) ως ανεξάρτητες μεταξύ τους, ενώ στην πραγματικότητα μοιράζονται κοινή καταγωγή ή έχουν επηρεαστεί μεταξύ τους μέσω διάχυσης (diffusion) ή πολιτισμικής επαφής.
- ↑ Shennan 2008, 75–77.
- ↑ Ο όρος προέρχεται από τη βιολογία, όπου η «φυλογενετική ανάλυση» (phylogenetic analysis) χρησιμοποιείται για να ανακατασκευάσει τις σχέσεις καταγωγής μεταξύ οργανισμών (δηλαδή ποια είδη έχουν κοινό πρόγονο). Στην αρχαιολογία εφαρμόζεται κατ’ αναλογία, όχι σε γονίδια αλλά σε πολιτισμικά ή τεχνολογικά χαρακτηριστικά (μορφές εργαλείων, κεραμικής, όπλων, στολιδιών κ.λπ.).
- ↑ Mesoudi & O’Brien 2009, 20–22.
- ↑ Mesoudi et al. 2006, 133–136; Mesoudi & O’Brien 2009, 30–33.