Βιβλική αρχαιολογία
Η Βιβλική αρχαιολογία αποτελεί έναν από τους πλέον ενδιαφέροντες και αμφιλεγόμενους κλάδους της αρχαιολογικής έρευνας. Συνδυάζει τη μελέτη των υλικών καταλοίπων με την ανάλυση των κειμένων της Βίβλου, με σκοπό την κατανόηση της ιστορικής και πολιτισμικής πραγματικότητας της αρχαίας Παλαιστίνης και του Ισραήλ. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η ανασκαφική δραστηριότητα στην περιοχή απέβλεπε στην «επιβεβαίωση» των βιβλικών αφηγήσεων, όμως στη σύγχρονη εποχή η προσέγγιση έχει καταστεί πολύ πιο κριτική και ιστορικά τεκμηριωμένη[1].
Η μετάβαση στην επιστημονική αρχαιολογία
Η μετάβαση από μια απολογητική «αρχαιολογία της επιβεβαίωσης» σε μια επιστημονική «αρχαιολογία της κατανόησης» σηματοδότησε τη γένεση της σύγχρονης Βιβλικής Αρχαιολογίας. Πλέον, τα κείμενα της Βίβλου αντιμετωπίζονται ως ιστορικά και θεολογικά τεκμήρια, που αντανακλούν ιδεολογικές προθέσεις και κοινωνικά συμφραζόμενα, όχι ως αυτόπτες περιγραφές γεγονότων. Αυτή η κριτική προσέγγιση οδήγησε στην επανεξέταση σημαντικών επεισοδίων, όπως των αφηγήσεων, της Εξόδου και της κατάκτησης της Χαναάν[2].
Η Στήλη του Μερνεπτάχ και η Στήλη του Τελ Νταν
Η Στήλη του Μερνεπτάχ, ανακαλυφθείσα το 1896 στη Θήβα, παρέχει την πρώτη εξωβιβλική αναφορά στον όρο «Ισραήλ». Η αναγραφή «Ισραήλ ερημώθη· ο σπόρος του δεν υπάρχει» αποτελεί την αρχαιότερη μαρτυρία για έναν λαό με αυτό το όνομα, χρονολογούμενη περί το 1208 ΠΚΕ — πριν από κάθε πιθανό σχηματισμό μοναρχικού κράτους[3]. Αντίστοιχα, η Στήλη του Τελ Νταν (περ. 9ος αι. ΠΚΕ) αναφέρει τον «Οίκο του Δαβίδ», στοιχείο που δείχνει ότι το όνομα του Δαβίδ είχε ήδη ιστορική υπόσταση σε μεταγενέστερες παραδόσεις. Αυτά τα επιγραφικά ευρήματα υποστηρίζουν την ύπαρξη μικρών πολιτικών μονάδων που αντιστοιχούν, έστω και ατελώς, στα βιβλικά βασίλεια[4].