Ανασκαφή (αρχαιολογία)
Η ανασκαφή αποτελεί την πλέον εμβληματική πρακτική της αρχαιολογίας. Μέσα από αυτήν η αρχαιολογική θεωρία αγγίζει το υλικό υπόστρωμα του παρελθόντος, αποκαλύπτοντας πολιτισμικά αποθέματα που βρίσκονται θαμμένα κάτω από τα σύγχρονα στρώματα κατοίκησης. Ωστόσο, η ανασκαφή είναι ταυτόχρονα παραγωγή γνώσης και πράξη καταστροφής, καθώς κάθε στρωματογραφικό επίπεδο που αφαιρείται δεν μπορεί να επανατοποθετηθεί. Επομένως, απαιτείται μεθοδολογική αυστηρότητα και ακριβής τεκμηρίωση, ώστε να διασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή πληροφορία για κάθε αποσπώμενο τεκμήριο. [1]
Σχεδιασμός και πεδία — αρχές ανασκαφής
Η ανασκαφή ξεκινά πάντοτε από τον σχεδιασμό της έρευνας. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει τον καθορισμό ερευνητικών ερωτημάτων, τη χαρτογράφηση του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος, καθώς και τη συλλογή προκαταρκτικών δεδομένων από επιφανειακή έρευνα ή γεωφυσικές μεθόδους. Η επιλογή της θέσης βασίζεται σε συνδυασμό αισθητών ενδείξεων (όπως επιφανειακά θραύσματα ή αρχιτεκτονικά κατάλοιπα) και προβλεπτικών μοντέλων (predictive modeling), τα οποία μπορούν να προτείνουν περιοχές υψηλής αρχαιολογικής πιθανότητας. [2]
Η προετοιμασία της τομής περιλαμβάνει την τοποθέτηση σταθερών σημείων (benchmarks) και την ακριβή γεωαναφορά μέσω GPS ή σταθμού ολικής μέτρησης (total station). Το ανασκαφικό πλέγμα χωρίζεται συνήθως σε τετράγωνα (1×1 ή 5×5 μέτρα) με καθορισμένες συντεταγμένες, ώστε κάθε εύρημα να μπορεί να ενταχθεί σε τρισδιάστατο σύστημα αναφοράς.
Είδη αρχαιολογικών ανασκαφών
Η ποικιλία των ανασκαφών αντανακλά τις διαφορετικές ανάγκες της έρευνας και της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Σωστικές ανασκαφές: Διενεργούνται σε περιπτώσεις όπου απειλείται η καταστροφή αρχαιολογικών καταλοίπων λόγω οικοδομικών έργων ή φυσικών αιτίων. Στην Ελλάδα, οι σωστικές ανασκαφές έχουν γίνει αναπόσπαστο τμήμα της δημόσιας αρχαιολογικής πολιτικής, καθώς κάθε οικοδομική δραστηριότητα συνοδεύεται από αρχαιολογική επίβλεψη. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διάνοιξη του μετρό Θεσσαλονίκης, όπου αποκαλύφθηκε τμήμα της ρωμαϊκής και βυζαντινής πόλης[3].
Συστηματικές ανασκαφές: Πρόκειται για μακροχρόνια ερευνητικά προγράμματα με στόχο τη συνολική κατανόηση μιας αρχαιολογικής θέσης. Οι ανασκαφές στη Νικόπολη] στη Δήλο ή στην Πύλο αποτελούν παραδείγματα τέτοιων προσεγγίσεων. Η προσοχή εστιάζεται στη στρωματογραφία, στη χωρική καταγραφή και στη διεπιστημονική ανάλυση[4].
Θεματικές ανασκαφές: Επικεντρώνονται σε ειδικά ερευνητικά ερωτήματα, όπως η ανασκαφή εργαστηρίων μεταλλουργίας, κεραμεικών ή ιερών χώρων. Μέσα από αυτές οι αρχαιολόγοι μπορούν να κατανοήσουν την τεχνολογική εξέλιξη και τις λατρευτικές πρακτικές.
Εκπαιδευτικές ή πειραματικές ανασκαφές: Έχουν στόχο την κατάρτιση φοιτητών και νέων επιστημόνων στην πρακτική της ανασκαφής, καθώς και τη δοκιμή νέων μεθόδων τεκμηρίωσης. Στην Ελλάδα, πολλά πανεπιστήμια οργανώνουν τέτοιες ανασκαφές κάθε καλοκαίρι.
Διαδικασίες ανασκαφής
Οι διαδικασίες της ανασκαφής ακολουθούν μια στρωματογραφική αρχή: η απομάκρυνση των καταλοίπων γίνεται από τα νεότερα προς τα παλαιότερα στρώματα, καταγράφοντας κάθε αλλαγή χρώματος, σύστασης ή περιεχομένου του εδάφους. Κάθε διακριτή στρώση (layer ή locus) αποτελεί ανεξάρτητη μονάδα καταγραφής και λαμβάνει μοναδικό αριθμό. Η αναγνώριση των φυσικών και ανθρωπογενών διεργασιών είναι κρίσιμη, καθώς επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ στρωμάτων δημιουργημένων από ανθρώπινη δραστηριότητα και αυτών που σχηματίστηκαν φυσικά, μέσω διάβρωσης ή καθίζησης. [5]
Η απομάκρυνση της γης πραγματοποιείται με εργαλεία διαφορετικής ακρίβειας: από φτυάρια και σπάτουλες έως οδοντιατρικά εργαλεία για λεπτές αποθέσεις. Η επιλογή εξαρτάται από την πυκνότητα των καταλοίπων και τη φύση του εδάφους. Κάθε εύρημα (τεχνούργημα, οστό, απανθρακωμένο σπόριο) συλλέγεται ξεχωριστά και τεκμηριώνεται με τρισδιάστατες συντεταγμένες.
Συχνά εφαρμόζεται κοσκίνισμα (sieving) ή υδατοδιαχωρισμός (flotation), προκειμένου να ανακτηθούν μικροσκοπικά ευρήματα όπως σπόροι, θραύσματα οστών ή μικροεργαλεία. Παράλληλα, οι γεωαρχαιολογικές μέθοδοι (π.χ. μικρομορφολογία εδάφους) συνεισφέρουν στην κατανόηση της διαδικασίας απόθεσης. [6]
Η σωστή τεκμηρίωση κατά τη διάρκεια της ανασκαφής —με σχέδια, φωτογραφίες, σημειώσεις και καταγραφή σε ψηφιακές φόρμες— αποτελεί το σημαντικότερο στάδιο, καθώς μετατρέπει μια μη αναστρέψιμη ενέργεια (την αφαίρεση του στρώματος) σε διατηρήσιμη πληροφορία. [7]
Τεκμηρίωση επί τόπου: από τα σχέδια στην ψηφιακή αναπαράσταση
Η τεκμηρίωση στον χώρο έχει περάσει από τη σχεδίαση με χέρι και φωτογραφία στην ψηφιακή καταγραφή με χρήση φωτογραμμετρίας και 3D σάρωσης. Οι τεχνικές αυτές, γνωστές ως structure-from-motion (SfM), επιτρέπουν τη δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων υψηλής ανάλυσης που αναπαριστούν με ακρίβεια κάθε στάδιο της ανασκαφής. [8]
Η ενσωμάτωση των μοντέλων σε βάσεις δεδομένων GIS δίνει τη δυνατότητα χωρικής ανάλυσης, σύνδεσης αντικειμένων με στρωματογραφικά πλαίσια, και αποτύπωσης της εξέλιξης της ανασκαφής μέσα στον χρόνο. Σημαντικό πλεονέκτημα είναι ότι η πληροφορία μπορεί να “ανασκαφεί” ξανά ψηφιακά, χωρίς να διαταραχθεί ο φυσικός χώρος. Η πρακτική αυτή αυξάνει την επαναληψιμότητα και τη διαφάνεια, θεμελιώδη χαρακτηριστικά της επιστημονικής εγκυρότητας. [9]
Ανάλυση, διαχείριση δεδομένων και επαναληψιμότητα
Μετά το πέρας της πεδίας, τα δεδομένα οργανώνονται σε συστήματα διαχείρισης αρχαιολογικών πληροφοριών (Archaeological Information Systems). Τα μεταδεδομένα περιγράφουν προέλευση, θέση, στρώμα και συσχετισμούς. Η στατιστική ανάλυση επιτρέπει την ανίχνευση προτύπων, ενώ η χωρική ανάλυση μέσω GIS βοηθά στην ερμηνεία της διάταξης των αντικειμένων.
Η ποσοτική μελέτη προσανατολισμών αντικειμένων, όπως προτάθηκε από τον McPherron, δίνει τη δυνατότητα διάκρισης πρωτογενών και δευτερογενών καταλοίπων. Έτσι, η διαδικασία της ανασκαφής δεν περιορίζεται στη συλλογή αλλά επεκτείνεται στην ερμηνευτική ανάλυση των στρωμάτων. [10]
Ηθική, δημόσια αρχαιολογία και ανοικτά δεδομένα
Η σύγχρονη αρχαιολογία αντιμετωπίζει το δίλημμα της καταστροφής μέσω αποκάλυψης. Γι’ αυτό, οι ηθικές πρακτικές επιβάλλουν τη μέγιστη διαφάνεια και τη συνεργασία με τις τοπικές κοινότητες. Παράλληλα, η πολιτική των ανοικτών δεδομένων (open data) αποτελεί μέτρο επιστημονικής αξιοπιστίας: όταν τα πρωτογενή δεδομένα και τα τρισδιάστατα μοντέλα δημοσιεύονται σε ανοικτά αποθετήρια, εξασφαλίζεται η δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου και επαναχρησιμοποίησης. [11]
Η δημόσια αρχαιολογία προωθεί τη συμμετοχή των πολιτών και τη διάχυση της γνώσης που παράγεται από τις ανασκαφές. Η δημοσίευση αποτελεσμάτων σε ανοικτές πλατφόρμες και η παρουσίαση των 3D μοντέλων μέσω διαδικτύου επιτρέπει τη συμμετοχή του κοινού και τη διαφύλαξη της πολιτισμικής μνήμης.
Συζήτηση — συνέργειες μεθόδου και τεχνολογίας
Οι νέες τεχνολογίες δεν αντικαθιστούν την αρχαιολογική κρίση αλλά την ενισχύουν. Ο ανασκαφέας εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος για την αναγνώριση, την ιεράρχηση και την τεκμηρίωση των φαινομένων στο έδαφος. Ωστόσο, οι ψηφιακές μεθόδοι επιτρέπουν πλέον ακριβέστερη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών ανασκαφών, βελτίωση της ανάλυσης μέσω αυτοματοποιημένων αλγορίθμων, και διασύνδεση δεδομένων σε παγκόσμια κλίμακα. [12]
Η μελλοντική εξέλιξη της ανασκαφής πιθανόν θα συνδυάζει αισθητήρες πεδίου, μηχανική μάθηση και ρομποτικά εργαλεία για την καταγραφή μικρο-μεταβολών και την υποστήριξη λήψης αποφάσεων στο πεδίο.
Συμπέρασμα
Η αρχαιολογική ανασκαφή είναι σήμερα μια διεπιστημονική και τεχνολογικά ενισχυμένη διαδικασία. Παρά την καταστροφική της φύση, η επιστημονική ακρίβεια, η λεπτομερής τεκμηρίωση και η δέσμευση για ανοικτή πρόσβαση στα δεδομένα μετατρέπουν την πράξη αυτή σε διατηρήσιμο επιστημονικό τεκμήριο. Ο πυρήνας της επιτυχούς ανασκαφής παραμένει η συνέργεια μεθόδου, τεκμηρίωσης και ηθικής, εξασφαλίζοντας ότι η γνώση που παράγεται είναι αξιόπιστη, αναπαραγώγιμη και κοινό κτήμα της παγκόσμιας αρχαιολογικής κοινότητας. [13]
Παραπομπές
Βιβλιογραφία
Dillehay, T. D. 2015. “New Archaeological Evidence for an Early Human Presence at Monte Verde, Chile.” PLOS ONE 10(6): e0141923. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0141923 .
Grosman, L., A. Muller, I. Dag, H. Goldgeier, O. Harush, G. Herzlinger, et al. 2022. “Artifact3-D: New software for accurate, objective and efficient 3D analysis and documentation of archaeological artifacts.” PLOS ONE 17(6): e0268401. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0268401 .
McPherron, S. P. 2018. “Additional statistical and graphical methods for analyzing site formation processes using artifact orientations.” PLOS ONE 13(1): e0190195. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0190195 .
Unhammer, O. F., et al. 2024. “Reconcilable differences: Using retrospective photogrammetry to bridge the divide between analogue and digital site data collected during long-term excavations (Blombos Cave case study).” PLOS ONE (21 Nov 2024): e0310741. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0310741 .
Yaworsky, P. M., et al. 2020. “Advancing predictive modeling in archaeology.” PLOS ONE 15(6): e0239424. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0239424 .