Αρχαιογεωδαισία
Η αρχαιογεωδαισία, (Archaeogeodesy) ένας σχετικά νέος αλλά ταχέως εξελισσόμενος επιστημονικός κλάδος, βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ γεωδαισίας, γεωμορφολογίας και αρχαιολογίας. Πρόκειται για τη μελέτη της χωρικής και γεωμετρικής σχέσης αρχαιολογικών χώρων με φυσικά και τεχνητά τοπογραφικά στοιχεία, με σκοπό την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι αρχαίοι πολιτισμοί αντιλαμβάνονταν, οργάνωναν και επηρέαζαν τον χώρο τους[1].
Ο κλάδος δεν περιορίζεται στη χαρτογράφηση, αλλά εμβαθύνει στη δυναμική σχέση ανθρώπου–τοπίου. Μέσω συνδυασμού γεωδαιτικών τεχνικών, γεωφυσικών μετρήσεων και γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών (GIS), η αρχαιογεωδαισία επιδιώκει να ανασυνθέσει το αρχικό γεωμορφολογικό πλαίσιο των αρχαιολογικών χώρων[2].
Θεωρητικό και επιστημολογικό πλαίσιο
Η αρχαιογεωδαισία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της γεωαρχαιολογίας, η οποία εστιάζει στην αλληλεπίδραση μεταξύ φυσικού περιβάλλοντος και ανθρώπινης δραστηριότητας[3]. Ενώ η γεωαρχαιολογία εξετάζει διεργασίες ιζηματογένεσης, διάβρωσης και στρωματογραφίας, η αρχαιογεωδαισία επικεντρώνεται στην χωρική ανάλυση. Πώς οι αρχαίοι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τη γεωμετρία, τον προσανατολισμό και την τοπογραφία στη χωροθέτηση ιερών, οικισμών ή ταφικών μνημείων.
Οι έρευνες δείχνουν ότι πολλοί αρχαίοι πολιτισμοί ενσωμάτωναν γεωδαιτικές αρχές στη χωροθέτηση σημαντικών κατασκευών, με γνώμονα αστρονομικά, τοπογραφικά ή θρησκευτικά κριτήρια[4]). Η ανασύνθεση αυτών των συστημάτων συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου σκέψης και της περιβαλλοντικής αντίληψης των αρχαίων κοινωνιών.
===Μεθοδολογία και τεχνικές
Γεωδαιτικές και τοπογραφικές αποτυπώσεις
Η βάση κάθε αρχαιογεωδαιτικής μελέτης είναι η ακριβής γεωδαιτική τεκμηρίωση του χώρου. Με χρήση GNSS (Global Navigation Satellite System), γεωδαιτικών σταθμών και ψηφιακών μοντέλων εδάφους, καθορίζονται οι τρισδιάστατες συντεταγμένες αρχαιολογικών δομών. Οι αποτυπώσεις εντάσσονται σε εθνικά συστήματα αναφοράς όπως το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς '87|ΕΓΣΑ ’87]][5].
Η ακριβής χωρική αναφορά επιτρέπει συγκρίσεις με παλαιότερες χαρτογραφήσεις και μοντέλα θαλάσσιας στάθμης, ενισχύοντας την ανάλυση χρονικών μεταβολών[6].
Γεωμορφολογική και Γεωλογική Ανάλυση
Η γεωμορφολογία αποτελεί τον δεύτερο πυλώνα της αρχαιογεωδαισίας. Η ανάλυση ιζηματολογικών στρωμάτων, αποθέσεων και φαινομένων διάβρωσης βοηθά στην ανασύσταση του αρχαίου τοπίου[7]. Για παράδειγμα, στο Αργολικό πεδίο, οι αποθέσεις του ποταμού Ίναχου απέκρυψαν πρώιμες Μυκηναϊκές εγκαταστάσεις, γεγονός που αποκαλύφθηκε μέσω συνδυασμού γεωηλεκτρικών και τοπογραφικών μετρήσεω([8].
Γεωφυσικές μέθοδοι
Μη καταστροφικές τεχνικές όπως Γεωραντάρ (GPR), μαγνητομετρία και ηλεκτρική τομογραφία επιτρέπουν την ανίχνευση υπογείων δομών χωρίς ανασκαφή. Οι μέθοδοι αυτές εφαρμόστηκαν με επιτυχία στην Ολυμπία και στους Φιλίππους, αποκαλύπτοντας θαμμένες αρχιτεκτονικές φάσεις[9].
GIS και Ψηφιακά Μοντέλα
Η ενσωμάτωση όλων των δεδομένων σε Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS) επιτρέπει τη χωρική ανάλυση και τη σύνθεση ετερογενών πηγών. Οι χάρτες ορατότητας (viewshed), η ανάλυση επικράτειας και τα μοντέλα ροής νερού βοηθούν στη διερεύνηση των κριτηρίων επιλογής τόπων[10].
Πρόσφατα, η χρήση LiDAR και drones έχει βελτιώσει την ανάλυση μικρομορφολογικών λεπτομερειών[11], επιτρέποντας την αναγνώριση αρχαίων οδικών δικτύων και οχυρωματικών γραμμών κάτω από βλάστηση.
Πολυπαραμετρικές προσεγγίσεις
Η αρχαιογεωδαισία προϋποθέτει διεπιστημονική συνεργασία. Η σύνθεση γεωφυσικών, γεωμορφολογικών και γεωδαιτικών δεδομένων επιτρέπει την επαλήθευση ερμηνειών και τη μείωση της αβεβαιότητας. Όπως σημειώνει ο Herz (2017), η εγκυρότητα προκύπτει μόνο όταν πολλαπλές γραμμές αποδεικτικών στοιχείων συγκλίνουν[12].