Αρχαιολογία του φύλου

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση

Η αρχαιολογία του φύλου (Gender archaeology) αποτελεί έναν σχετικά νέο, αλλά δυναμικά αναπτυσσόμενο κλάδο της αρχαιολογικής έρευνας, ο οποίος εστιάζει στην αναγνώριση και ανάλυση των κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών σημασιών που αποδίδονται στο φύλο στο παρελθόν. Αν και παραδοσιακά η αρχαιολογία αντιμετώπιζε το φύλο με ομοιογενή και συχνά ανδροκεντρικό τρόπο, οι σύγχρονες προσεγγίσεις έχουν επιδιώξει να κατανοήσουν τη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων, της ταυτότητας και της εξουσίας που σχετίζονται με το φύλο σε διαφορετικά ιστορικά και γεωγραφικά πλαίσια[1].

Ιστορική εξέλιξη και θεωρητικά θεμέλια

Η αρχαιολογία του φύλου αναδύθηκε κυρίως τη δεκαετία του 1980, υπό την επίδραση των φεμινιστικών θεωριών και της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Οι πρώτες σημαντικές συνεισφορές εστίασαν στην αποκάλυψη της «ανδροκεντρικής μεροληψίας» στην αρχαιολογική έρευνα και την ανάδειξη της παρουσίας των γυναικών στην προϊστορική και ιστορική κοινωνία[2]. Η βασική υπόθεση ήταν ότι οι παραδοσιακές ερμηνείες των αρχαιολογικών δεδομένων υπερεκτιμούσαν τη δραστηριότητα των ανδρών και υποτιμούσαν τη συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγή, την τεχνολογία και την κοινωνική οργάνωση.

Σημαντικό θεωρητικό βήμα αποτέλεσε η διάκριση μεταξύ sex και gender, όπως εισήχθη από ανθρωπολόγους και κοινωνιολόγους. Ο όρος sex αναφέρεται στα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου, ενώ το gender στις κοινωνικά κατασκευασμένες ταυτότητες, ρόλους και προσδοκίες που συνδέονται με αυτά τα χαρακτηριστικά[3]). Η αρχαιολογία του φύλου, λοιπόν, δεν περιορίζεται στην καταγραφή βιολογικών διαφορών, αλλά επιδιώκει να αποκαλύψει πώς η κοινωνία των παλαιών πολιτισμών διαμόρφωνε και αναπαρήγαγε αντιλήψεις για το φύλο.

Παραπομπές

  1. Gero 1991, 12–18; Conkey & Spector 1984, 160–162.
  2. Gero 1991, 5–10.
  3. Butler 1990, 22–30; Conkey & Spector 1984, 162–164.