Αρχαιολογία τοπίου
Η αρχαιολογία τοπίου (landscape archaeology) αναδύθηκε ως ξεχωριστός κλάδος της αρχαιολογικής επιστήμης κατά τα τέλη του 20ού αιώνα, προσφέροντας νέες προοπτικές στην κατανόηση της αλληλεπίδρασης ανθρώπου και περιβάλλονπεριβάλλοντος. Ο όρος «τοπίο» δεν περιορίζεται απλώς στο φυσικό ή το γεωγραφικό περιβάλλον· περιλαμβάνει την ανθρώπινη παρέμβαση, τις κοινωνικές δομές, τις πολιτισμικές πρακτικές και την ιστορική διαχρονία των τόπων[1]. Η αρχαιολογία τοπίου στοχεύει να ερμηνεύσει τον χώρο ως ένα κοινωνικό, πολιτισμικό και οικολογικό σύνολο, εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ ανθρώπων, φυσικών πόρων και περιβαλλοντικών παραμέτρων.
Θεωρητικές προσεγγίσεις
Η αρχαιολογία τοπίου βασίζεται σε τρεις κύριες θεωρητικές προσεγγίσεις: τη λειτουργική, τη συμβολική και την περιβαλλοντική. Η λειτουργική προσέγγιση επικεντρώνεται στις πρακτικές χρήσεις του χώρου, όπως η γεωργία, η οικιστική οργάνωση και η κυκλοφορία[2]. Η συμβολική προσέγγιση, επηρεασμένη από τη φαινομενολογική αρχαιολογία, θεωρεί τα τοπία ως φορείς κοινωνικών νοημάτων, όπου κάθε στοιχείο – από δρόμους και πλατείες έως ιερά και μνημεία – φέρει σημασία για την κοινότητα που τα δημιούργησε[3]). Τέλος, η περιβαλλοντική προσέγγιση συνδέει τα τοπία με τη βιογεωγραφία και την οικολογία, αναδεικνύοντας πώς οι φυσικές συνθήκες καθόρισαν τη διαμόρφωση των οικισμών και των οικονομικών δραστηριοτήτων[4].