Περιβαλλοντική αρχαιολογία: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων
| Γραμμή 8: | Γραμμή 8: | ||
==βιβλιογραφία== | ==βιβλιογραφία== | ||
==Εξωτερικοί σύνδεσμοι== | |||
* [https://www.envarch.net/ Association for Environmental Archaeology] | |||
* [https://historicengland.org.uk/advice/technical-advice/archaeological-science/environmental-archaeology/ Historic England – Environmental Archaeology] | |||
* [https://www.tandfonline.com/journals/yenv20 Journal of Human Palaeoecology] | |||
* [https://archaeologydataservice.ac.uk/archives/view/eab_eh_2004/ Archaeology Data Service – Environmental Archaeology Bibliography] | |||
* [https://intarch.ac.uk/journal/issue53/index.html Environmental Archaeology – Theory and Practice: Looking Back, Moving Forwards] (Open Access) | |||
[[Κατηγορία:Περιβαλλοντική αρχαιολογία| ]] | [[Κατηγορία:Περιβαλλοντική αρχαιολογία| ]] | ||
Αναθεώρηση της 11:53, 29 Οκτωβρίου 2025
Ως περιβαλλοντική αρχαιολογία (environmental archaeology) ορίζεται ως η μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ ανθρώπων και περιβάλλοντος στο παρελθόν, με στόχο την ανακατασκευή παλαιοπεριβαλλόντων και την κατανόηση ανθρώπινων προσαρμογών[1]. Σύμφωνα με διεθνείς πηγές, ενσωματώνει κλάδους όπως η γεωαρχαιολογία, η ζωαρχαιολογία και η αρχαιοβοτανολογία, χρησιμοποιώντας τις φυσικές επιστήμες για αρχαιολογικούς σκοπούς [2]. Η σημασία της έγκειται στην ικανότητά της να ενημερώνει σύγχρονα ζητήματα, όπως η κλιματική αλλαγή, μέσω ιστορικών προτύπων[3]. Για παράδειγμα, μελέτες δείχνουν ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες προσαρμόστηκαν σε περιβαλλοντικές αλλαγές μέσω πολιτισμικής ποικιλομορφίας, αποφεύγοντας καταρρεύσεις[4].
Ιστορική εξέλιξη
Η εξέλιξη της περιβαλλοντικής αρχαιολογίας ξεκινά από τον 18ο αιώνα με την ανάπτυξη της στρωματογραφίας και της παλαιοανθρωπολογίας, ενώ ωρίμασε στον 20ό αιώνα με την ενσωμάτωση της οικολογίας και της μοριακής βιολογίας[5]. Στην Κίνα, για παράδειγμα, ξεκίνησε τη δεκαετία του 1920 με μελέτες παλαιοπεριβαλλόντων σε αρχαιολογικούς τόπους[6]. Κατά τη δεκαετία του 1960, προόδευσε με πολυεπιστημονικές προσεγγίσεις, όπως η παλυνολογτία[7]. Σήμερα, η ψηφιοποίηση δεδομένων ενισχύει τη σύνθεση, όπως συμβαίνει σε βρετανικές μελέτες που προτείνουν κλαδικές προσεγγίσεις για καλύτερη πρόσβαση[8].