Αρχαιομαγνητική χρονολόγηση: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Από archaeology
Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Koupaloglou (συζήτηση | συνεισφορές)
Koupaloglou (συζήτηση | συνεισφορές)
Γραμμή 6: Γραμμή 6:
Η ιστορία της αρχαιομαγνητικής χρονολόγησης ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα, με τον Τζουσέππε Φολγκεράιτερ (Giuseppe Folgheraiter) να προτείνει πρώτος την ιδέα της χρήσης μαγνητικών ιδιοτήτων σε αρχαία υλικά για χρονολόγηση το 1899 <ref>Ben-Yosef et al. 2024, 1.</ref>. Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε το 1938 από τον Εμίλ Τελιέ (Emile Thellier), ο οποίος ανέπτυξε μεθόδους για την μέτρηση της παλαιοέντασης του γεωμαγνητικού πεδίου<ref>Tema 2006, 15.</ref>. Κατά τον 20ό αιώνα, η τεχνική εξελίχθηκε με τη δημιουργία περιφερειακών καμπυλών SV, όπως αυτές για το Ηνωμένο Βασίλειο από τους Clark et al. (1988) και για τις ΗΠΑ από τον Sternberg (1989)<ref>Tema 2006, 18.</ref>. Σήμερα, βάσεις δεδομένων όπως η GEOMAGIA50 και η MagIC συλλέγουν χιλιάδες δεδομένα, επιτρέποντας τη δημιουργία ακριβέστερων  μοντέλων, όπως το ARCH-UK.1 για τη Βρετανία<ref>Batt et al. 2017, 73.</ref>. Σε περιοχές όπως η Νότια Αμερική, η έλλειψη τοπικών μοντέλων οδηγεί σε χρήση παγκόσμιων μοντέλων, με προτάσεις για πολυ-μοντέλα<ref>Maximiano et al. 2024, 1.</ref>
Η ιστορία της αρχαιομαγνητικής χρονολόγησης ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα, με τον Τζουσέππε Φολγκεράιτερ (Giuseppe Folgheraiter) να προτείνει πρώτος την ιδέα της χρήσης μαγνητικών ιδιοτήτων σε αρχαία υλικά για χρονολόγηση το 1899 <ref>Ben-Yosef et al. 2024, 1.</ref>. Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε το 1938 από τον Εμίλ Τελιέ (Emile Thellier), ο οποίος ανέπτυξε μεθόδους για την μέτρηση της παλαιοέντασης του γεωμαγνητικού πεδίου<ref>Tema 2006, 15.</ref>. Κατά τον 20ό αιώνα, η τεχνική εξελίχθηκε με τη δημιουργία περιφερειακών καμπυλών SV, όπως αυτές για το Ηνωμένο Βασίλειο από τους Clark et al. (1988) και για τις ΗΠΑ από τον Sternberg (1989)<ref>Tema 2006, 18.</ref>. Σήμερα, βάσεις δεδομένων όπως η GEOMAGIA50 και η MagIC συλλέγουν χιλιάδες δεδομένα, επιτρέποντας τη δημιουργία ακριβέστερων  μοντέλων, όπως το ARCH-UK.1 για τη Βρετανία<ref>Batt et al. 2017, 73.</ref>. Σε περιοχές όπως η Νότια Αμερική, η έλλειψη τοπικών μοντέλων οδηγεί σε χρήση παγκόσμιων μοντέλων, με προτάσεις για πολυ-μοντέλα<ref>Maximiano et al. 2024, 1.</ref>


==Παραπομπές==
==Παραπομπές σημειώσεις==
<references/>
<references/>


[[Κατηγορία:Απόλυτη χρονολόγηση]]
[[Κατηγορία:Απόλυτη χρονολόγηση]]

Αναθεώρηση της 11:11, 7 Νοεμβρίου 2025

Η αρχαιομαγνητική χρονολόγηση είναι μέθοδος απόλυτης χρονολόγησης που βασίζεται στην κοσμική διακύμανση του γεωμαγνητικού πεδίου και την ικανότητα ορισμένων αρχαιολογικών υλικών να αποκτούν σταθερή μαγνητική πόλωση. Αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για την αρχαιολογία, ιδιαίτερα για υλικά που έχουν θερμανθεί, όπως κεραμεικά και κλίβανοι, προσφέροντας ακρίβεια σε περιόδους όπου άλλες μέθοδοι, όπως η ραδιοχρονολόγηση, παρουσιάζουν περιορισμούς.

Η αρχαιομαγνητική χρονολόγηση είναι καινοτόμος μέθοδος στην αρχαιολογική έρευνα, η οποία εκμεταλλεύεται τις φυσικές ιδιότητες του γεωμαγνητικού πεδίου της Γης και την ικανότητα ορισμένων υλικών να διατηρούν μαγνητική "υπογραφή" από την εποχή της τελευταίας θέρμανσής τους[1]. Αυτή η τεχνική είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την χρονολόγηση θερμαινόμενων αρχαιολογικών ευρημάτων, όπως κεραμεικά, πλίνθοι και κλίβανοι, όπου άλλες μέθοδοι, όπως η χρονολόγηση με ραδιοάνθρακα, μπορεί να παρουσιάζουν αβεβαιότητες λόγω πλατώ[2] στην καμπύλη βαθμονόμησης[3]. Η μέθοδος βασίζεται στην κοσμική διακύμανση (secular variation - SV) του γεωμαγνητικού πεδίου, η οποία περιλαμβάνει αλλαγές στην κατεύθυνση (κλίση και απόκλιση) και την ένταση του πεδίου με τον χρόνο[4].

Ιστορική αναδρομή

Η ιστορία της αρχαιομαγνητικής χρονολόγησης ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα, με τον Τζουσέππε Φολγκεράιτερ (Giuseppe Folgheraiter) να προτείνει πρώτος την ιδέα της χρήσης μαγνητικών ιδιοτήτων σε αρχαία υλικά για χρονολόγηση το 1899 [5]. Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε το 1938 από τον Εμίλ Τελιέ (Emile Thellier), ο οποίος ανέπτυξε μεθόδους για την μέτρηση της παλαιοέντασης του γεωμαγνητικού πεδίου[6]. Κατά τον 20ό αιώνα, η τεχνική εξελίχθηκε με τη δημιουργία περιφερειακών καμπυλών SV, όπως αυτές για το Ηνωμένο Βασίλειο από τους Clark et al. (1988) και για τις ΗΠΑ από τον Sternberg (1989)[7]. Σήμερα, βάσεις δεδομένων όπως η GEOMAGIA50 και η MagIC συλλέγουν χιλιάδες δεδομένα, επιτρέποντας τη δημιουργία ακριβέστερων μοντέλων, όπως το ARCH-UK.1 για τη Βρετανία[8]. Σε περιοχές όπως η Νότια Αμερική, η έλλειψη τοπικών μοντέλων οδηγεί σε χρήση παγκόσμιων μοντέλων, με προτάσεις για πολυ-μοντέλα[9]

Παραπομπές σημειώσεις

  1. Tema 2006, 11.
  2. Το “πλατώ” στην καμπύλη βαθμονόμησης (ή “plateau” στα αγγλικά) είναι το τμήμα της καμπύλης όπου η απόκριση του οργάνου ή του συστήματος δεν αυξάνεται πλέον σημαντικά με την αύξηση της συγκέντρωσης, δηλαδή είναι η περιοχή όπου η καμπύλη “γίνεται επίπεδη”.
  3. Ben-Yosef et al. 2024, 1.
  4. Batt et al. 2017, 66.
  5. Ben-Yosef et al. 2024, 1.
  6. Tema 2006, 15.
  7. Tema 2006, 18.
  8. Batt et al. 2017, 73.
  9. Maximiano et al. 2024, 1.